μετακινώ
From LSJ
οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι → nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us (Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.)
Greek Monolingual
(ΑM μετακινῶ, -έω, Μ και μετακουνώ)
1. τοποθετώ κάποιον ή κάτι από μια θέση σε άλλη, μετατοπίζω, μεταθέτω, μεταφέρω αλλού
2. μέσ. μετακινούμαι, -έομαι
μεταβαίνω από έναν τόπο σε άλλο
μσν.
1. απωθώ, αποκρούω
2. ξεκινώ με κατεύθυνση προς κάποιο μέρος, κατευθύνομαι
3. μέσ. α) ορμώ, επιτίθεμαι
β) μτφ. ταράζομαι, αναστατώνομαι, τρομάζω
γ) μετατοπίζομαι, περπατώ, βαδίζω
δ) απομακρύνομαι
αρχ.
μεταβάλλω, τροποποιώ, αλλάζω («Κίμωνα, ὅτι τὴν Παρίων μετεκίνησε πολιτείαν ἐφ' ἑαυτοῡ», Δημοσθ.).