Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεταθέτω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

(ΑM μετατίθημι, Μ και μεταθέτω)
μεταφέρω κάτι σε άλλο μέρος, αλλάζω θέση, μετατοπίζω
νεοελλ.
φρ. «μεταθέτω τις ευθύνες» — επιρρίπτω τις ευθύνες μου σε άλλο πρόσωπο
νεοελλ.-μσν.
μετακινώ κάποιον από μια υπηρεσιακή θέση σε άλλη («τον μετέθεσαν στην Καλαμάτα»)
μσν.
1. μεταβιβάζω περιουσιακό στοιχείο, παραχωρώ κάτι
2. αναστατώνω, κάνω άνω κάτω
3. μέσ. μεταθέτομαι, μετατίθεμαι
αλλάζω διάθεση απέναντι σε κάποιον
4. παθ. μεταβαίνω στους ουρανούς
5. φρ. α) «μεταθέτω νοῡν» — χάνω τα λογικά μου
β) «συμβουλήν μετατίθημι» — συσκέπτομαι
μσν.-αρχ.
μεταβάλλω, τροποποιώ («ἐπὶ γαρ ὑός τε καὶ ὄνου τὰς ἐπωνυμίας μετατιθείς», Ηρόδ.)
αρχ.
1. τοποθετώ κάτι στο μέσο, βάζω κάτι ανάμεσα
2. τοποθετώ κάτι με διαφορετικό τρόπο
3. παρασύρω προς το μέρος κάποιου, προσελκύωταχέως μετατίθεσθε ἀπὸ τοῦ καλέσαντος ὑμᾱς ἐν χάριτι Χριστοῦ εἰς ἕτερον εὐαγγέλιον», ΚΔ)
4. αντικαθιστώ κάτι («προφάσεις ἀντὶ τῶν ἀληθῶν ψευδεῑς μεταθέντα τοῑς πεπραγμένοις», Δημοσθ.)
5. επανορθώνω, διορθώνω («πρὸ τὸ βέλτιον μετατίθησι τοὺς ἅμαρτάνοντας», Πολ.)
6. διαφθείρω («ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ἐνώπιον κυρίου, ὡς μετέθηκεν αὐτὸν... ἡ γυνὴ αὐτοῦ», ΠΔ)
7. μέσ. μετατίθεμαι
α) μεταβάλλω κάτι δικό μου ή αλλάζω κάτι υπέρ του εαυτού μου (α. «ἐξέσται ἡμῑν καὶ μεταθέσθαι ἢν μή τι ἀρέσκη», Θουκ.
β. «μετατίθεσθαι τούνομα», Αριστοτ.)
γ) μεταβάλλω γνώμη, ανακαλώ, αναιρώ («ἐάν μετατιθῇ, φανερῶς μετατίθεσο καὶ ἡμᾱς μὴ ἐξαπάτα», Πλάτ.)
δ) εγκαταλείπω μια πολιτική μερίδα και προσχωρώ σε άλλη
8. (το αρσ. μτχ. μέσ. αόρ. β') μεταθέμενος
επίθετο του φιλοσόφου Διονυσίου του Ηρακλεώτου, ο οποίος αποχώρησε από τη σχολή τών Στωικών και προσχώρησε στη σχολή τών Κυρηναϊκών
9. φρ. α) «μετατίθημι τὸ συμπέρασμα»
(λογ.) εξάγω το αντίθετο συμπέρασμα
β) «τήν γνώμην μετατίθεμαι» — αλλάζω γνώμη
γ) «μετατίθεμαι τὸν φόβον» — απαλλάσσομαι από τον φόβο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α)- + θέτω].