ἀτημέλητος
Ἀναξαγόρας δύο ἔλεγε διδασκαλίας εἶναι θανάτου, τόν τε πρὸ τοῦ γενέσθαι χρόνον καὶ τὸν ὕπνον → Anaxagoras used to say that we have two teachers for death: the time before we were born and sleep | Anaxagoras said that there are two rehearsals for death: the time before being born and sleep
English (LSJ)
ἀτημέλητον,
A unheeded, unnoticed, X.Cyr.5.4.18, 8.1.14, and so prob. in A.Ag.891. Adv. ἀτημελήτως, ἔχειν to be uncared for, X.Cyr. 8.1.15.
2 slovenly, οὐκ ἀ. τοὺς κικίννους Alciphr.3.55; τὸ ἀ. τῶν τριχῶν Jul.Mis.365d.
Spanish (DGE)
-ον
1 desatendido κλαίουσα λαμπτηρουχίας ἀτημελήτους llorando por las luminarias desatendidas (e.d. que no se encienden), A.A.891, οὐδένα ἀτημέλητον παρέλειπεν X.Cyr.5.4.18, cf. 8.1.14, Ph.1.238, νεοττοί Olymp.Iob 38.41
•del pelo descuidado, desaseado κικίννοι Alciphr.3.19.3
•subst. τὸ ἀ. τῶν τριχῶν Iul.Mis.365d.
2 adv. -ως sin atender μηδὲν τῶν οἰκείων ἀ. ἔχειν X.Cyr.8.1.15.
German (Pape)
[Seite 386] vernachlässigt, Xen. Cyr. 8, 1, 14; λαμπτηρουχίαι, d. i. nicht angezündete, Aesch. Ag. 865; ἀτημελήτως ἔχειν, vernachlässigt werden, Xen. Cyr. 8, 1, 15.
French (Bailly abrégé)
ος, ον :
1 négligé;
2 perdu, ruiné.
Étymologie: ἀ, τημελέω.
Russian (Dvoretsky)
ἀτημέλητος:
1 Xen. = ἀτημελής 1;
2 оставленный без внимания, т. е. не зажженный (λαμπτηρουχίαι Aesch.).
Greek (Liddell-Scott)
ἀτημέλητος: -ον, περὶ οὗ οὐδεὶς προσέχει ἢ φροντίζει, Ξεν. Κύρ. 5. 4, 18., 8. 1, 14. 2) ὁ ἐκπεσὼν τῶν ἐλπίδων, ὁ ἀποτυχών, Αἰσχύλ. Ἀγ. 891. ΙΙ. ἐνεργ., μηδεμίαν προσοχὴν δίδων, ἀμελής, νωθρός, Ἀλκίφρ. 3. 55: - Ἐπίρρ., ἀτημελήτως ἔχειν τινός, μηδόλως προσέχειν εἴς τι..., Ξεν. Κύρ. 8. 1, 15.
Greek Monolingual
-η, -ο (AM ἀτημέλητος, -ον) τημελώ
μσν.- νεοελλ.
αυτός που παραμελεί την εμφάνιση του, απεριποίητος
αρχ.
1. αυτός που δεν τον φροντίζει, που δεν τον προσέχει κανείς
2. εκείνος που δεν ελπίζει πια τίποτε, αποτυχημένος
3. νωθρός, αδιάφορος.
Greek Monotonic
ἀτημέλητος: -ον (τημελέω)·
I. 1. παραμελημένος, αυτός που δεν φροντίζει κανείς, σε Ξεν.
2. σαστισμένος, απογοητευμένος, σε Αισχύλ.
II. αυτός που δεν δίνει προσοχή, αμελής, σε Αλκίφρ.· επίρρ., ἀτημελήτως ἔχειν, δεν δίνω προσοχή σε κάτι, με γεν., σε Ξεν.
Middle Liddell
τημελέω
I. unheeded, uncared for, Xen.
2. baffled, disappointed, Aesch.
II. taking no heed, slovenly, Alciphro:—adv., ἀτημελήτως ἔχειν to take no heed of a thing, c. gen., Xen.
English (Woodhouse)
uncared for, unheeded, neglected
Mantoulidis Etymological
(=παραμελημένος). Ἀπό τό ρῆμα ἀτημελέω -ῶ (α στερητ. + τημελής = ἐπιμελής). Δές γιά ἄλλα παράγωγα στό τημελής.