ἱμάσσω
οἷς τὰ ὁρώμενα τὴν ἀρχὴν ἐνδίδωσι, καὶ οἷον ὑπήνεμα διὰ τῶν ὀφθαλμῶν τὰ πάθη ταῖς ψυχαῖς εἰστοξεύονται → who taketh his beginning and occasion from something which is seen, and then his passion, as though wind borne, shoots through the eyes and into the heart
English (LSJ)
[ῐ], fut. ἱμάσω [ᾰ]: aor. ἵμᾰσα: (ἱμάς):—flog horses, τοὺς ἵμασ' Ἀντίλοχος Il.5.589, cf. 11.531; of men, εἰ . . σε πληγῇσιν ἱμάσσω 15.17, cf. Hes.Th.857; ἵμασε χθόνα χειρί smote it, h.Ap.340; ὅτε . . γαῖαν ἱμάσσῃ when he smites it with lightnings, Il.2.782:—Pass., ἱμασσόμενος δέμας αὔραις AP7.696 (Arch.), cf. Nonn.D.42.491.
German (Pape)
[Seite 1252] fut. ἱμάσω, conj. aor. ἱμάσσω, ἱμάσσῃ, Il. 15, 17. 2, 782, peitschen, geißeln, ἵππους, ἡμιόνους, 11, 531 u. sonst, πληγαῖς τινα, 15, 17; χειρί H. h. Apoll. 340; γαῖαν, die Erde mit Blitzen peitschen, Il. 2, 782; sp. D., auch pass., ἱμασσόμενος δέμας αὔραις Archi. 22 (VII, 696).
French (Bailly abrégé)
f. ἱμάσω. ao. ἵμασα;
fouetter : ἵππους IL, OD des chevaux ; τινα πληγῇσιν IL frapper qqn de coups de fouet ; fig. γαῖαν IL frapper la terre (de la foudre).
Étymologie: ἱμάς.
Greek (Liddell-Scott)
ἱμάσσω: ῐ: μέλλ. ἱμάσω ᾰ ἀόρ. ἵμᾰσα: (ἱμάς): ― μαστίζω, κτυπῶ διὰ τῆς μάστιγος τοὺς ἵππους, τοὺς δ’ ἵμασ’ Ἀντίλοχος Ἰλ. Ε. 589, πρβλ. Λ. 531· ἵμασεν καλλίτριχας ἵππους Ὀδ. Ε. 380· ἐπὶ ἀνθρώπων, εἰ.. σε πληγῇσιν ἱμάσσω Ἰλ. Ο. 17· ὡσαύτως, ἵμασε χθόνα χειρί, ἔπληττεν, Ὁμ. Ὕμν. εἰς Ἀπόλλ. 340· ὅτε.. γαῖαν ἱμάσσῃ, ὅταν πλήττῃ αὐτὴν διὰ τῶν κεραυνῶν, Ἰλ. Β. 782. ― Παθ., ἱμασσόμενος δέμας αὔραις Ἀνθ. Π. 7. 696· φρένα κέντρῳ Νόνν. Εὐαγγ. κ. Ἰω. ια΄, 32. ― Ἀπαντᾷ καὶ τύπος ἱμάσκω ἐν Ἐπιγρ. Ἤλιδ. 11527·8 = Ὀλ. 2 = Roberts 292.
English (Autenrieth)
aor. ἵμασε, subj. ἱμάσσω: lash, scourge, beat, Il. 5.589, Il. 2.782, Il. 15.17.
Greek Monolingual
ἱμάσσω (Α) ιμάς
1. μαστιγώνω, χτυπώ με μαστίγιο τα άλογα («ἵμασσεν καλλίτριχας ἵππους», Ομ. Ιλ.)
2. χτυπώ δυνατά («ἵμασε χθόνα χειρί»)
3. (για τον Δία) χτυπώ με κεραυνούς («ὅτε... γαῖαν ἱμάσσῃ», Ομ, Ιλ.).
Greek Monotonic
ἱμάσσω: [ῐ], μέλ. ἱμάσω [ᾰ], αόρ. αʹ ἵμασα (ἱμάς)· μαστιγώνω, χτυπώ με μαστίγιο τα άλογα, σε Όμηρ.· γενικά, μαστιγώνω, πληγώνω, βουρδουλίζω, σε Ομήρ. Ιλ.
Russian (Dvoretsky)
ἱμάσσω: (ῐ) (fut. ἱμάσω, aor. ἵμᾰσα) бить, ударять, сечь, стегать (ἵππους, ἡμιόνους, πληγῇσίν τινα, γαῖαν Hom.; χθόνα χειρί HH): ἱμασσόμενος αὔραις Anth. раскачиваемый ветрами.