Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αὐλητής

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: αὐλητής Medium diacritics: αὐλητής Low diacritics: αυλητής Capitals: ΑΥΛΗΤΗΣ
Transliteration A: aulētḗs Transliteration B: aulētēs Transliteration C: avlitis Beta Code: au)lhth/s

English (LSJ)

οῦ, ὁ,

   A flute-player, Thgn. 941, Hdt.1.141, 6.60, 129, Ar.V.581, And.1.12, Pl.Prt.327b, OGI51.62 (iii B. C.); Boeot. αὐλειτάς IG7.3195 (Orchom. Boeot.).    II kind of wasp, Hsch.    III αὐ. ὑπονόμων sanitary engineer, Procl. Par.Ptol.250.

Greek (Liddell-Scott)

αὐλητής: -οῦ, ὁ, (αὐλέω) ὁ τὸν αὐλόν παίζων, Λατ. tibicen, Θέογν. 941, Ἡρόδ. 1. 141., 6. 60, 129, Ἀριστοφ. Σφ. 581, Ἀνδοκ. 2. 43, κτλ.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
joueur de flûte.
Étymologie: αὐλέω.

Spanish (DGE)

-οῦ, ὁ

• Alolema(s): beoc. αὐλειτάς IG 7.3195.13 (Orcómeno)
I 1flautista οὐδὲ τὸν αὐλητὴν προφασίζομαι Thgn.941, cf. Ar.V.581, ἐκέλευσε ... τὸν αὐλητὴν αὐλῆσαι Hdt.6.129, cf. 1.141, ὑπὸ αὐλητῶν πολλῶν ... ἐγκαθεστώτων Th.5.70, Θέρσανδρος ὁ αὐλητής X.HG 4.8.18, cf. Lac.13.7, And.Myst.12, D.51.62, 21.156, οἴει ... τῶν ἀγαθῶν αὐλητῶν ἀγαθοὺς αὐλητὰς τοὺς ὑεῖς γίγνεσθαι; Pl.Prt.327b, cf. Smp.215b, αὐ. Πυθικός Plu.2.674d, χορεύουσι κατ' ἐνιαυτὸν τοῖς Διονυσιακοῖς αὐληταῖς ἐν τοῖς θεάτροις Plb.4.20.9, cf. 30.22.2, αὐ. τραγικός OGI 51.62 (Egipto III a.C.), τὸ τὸν Βορέαν αὐλητὴν ποιεῖν c. alusión al sonido del viento, Longin.3.1, ᾠδάς τινας ἐπινικίους ὑπ' αὐλητῶν ᾖδεν D.C.51.5.4, αὐ. κύκλιος flautista de danzas en corro, SB 11931.5, 6, 26 (II/III d.C.), cf. Anon.Bellerm.28, UPZ 180b.11 (II a.C.), IG 22.912.17 (III a.C.), Eu.Matt.9.23
Αὐλητής El flautista tít. de una comedia de Anaxilas, Anaxil.3, 4, de Antífanes, Antiph.47, de Filemón, Philem.14, cf. tb. s.u. Ἀπόλλων.
2 en plu. audición de música de flauta Hsch.
3 entom. trompetero Hsch.
II oficial sanitario Procl.Par.Ptol.250.

English (Strong)

from αὐλέω; a flute-player: minstrel, piper.

English (Thayer)

ἀυλήτου, ὁ (αὐλέω), a flute-player: Theognis and) Herodotus 6,60 down.)

Greek Monolingual

ο (θηλ. αυλητρίδα, η) (Α αὐλητής και αὐλητήρ, θηλ. αὐλήτρια και αὐλητρίς, [-ίδος], η) αυλός
1. αυτός που παίζει επαγγελματικά αυλό
2. «αὐλητὴς ὑπονόμων» — υγειονομικός μηχανικός.

Greek Monotonic

αὐλητής: -οῦ, ὁ (αὐλέω), αυτός που παίζει αυλό, Λατ. tibicen, σε Θέογν., Ηρόδ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

αὐλητής: οῦ ὁ флейтист Her., Arph., Arst.

Middle Liddell

αὐλέω
a flute-player, Lat. tibicen, Theogn., Hdt., etc.

Chinese

原文音譯:aÙlht»j 凹累帖士
詞類次數:名詞(2)
原文字根:哨笛(者)
字義溯源:吹笛手,吹笛;源自(αὐλέω)=吹笛); (αὐλέω)出自(αὐλός)=笛),而 (αὐλός)出自(Ἄζωτος)X*=吹,呼吸)
出現次數:總共(2);太(1);啓(1)
譯字彙編
1) 吹笛的(2) 太9:23; 啓18:22