Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μισητός

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: μῑσητός Medium diacritics: μισητός Low diacritics: μισητός Capitals: ΜΙΣΗΤΟΣ
Transliteration A: misētós Transliteration B: misētos Transliteration C: misitos Beta Code: mishto/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A hateful, A.Ag.1228, X.Mem.2.6.21, 3.10.5. Adv. -τῶς, ἔχειν πρός τινα Zonar.    II μίσητος, η, ον, lustful, lewd, Cratin.316:—hence μῑσήτη, ἡ, prostitute, Archil.184 (but the distn. of accent is not allowed by Hdn.Gr.1.342).    2 generally, insatiate, Hsch., Phot.

German (Pape)

[Seite 190] 1) gehaßt, hassenswerth; Aesch. Ag. 1201 Plat. Phil. 49 e u. A. – 2) unzüchtig, geil, Poll. 6, 189; übh. gierig, Hesych. Vgl. μισητή.

Greek (Liddell-Scott)

μῑσητός: -ή, -όν, ὁ μισούμενος, ὁ μίσους ἄξιος, ἀπεχθής, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1228, Ξεν. Ἀπομν. 2. 6, 21., 3. 10., 5. - Ἐπιρρ., μισητῶς ἔχειν πρός τινα Ζωναρ. ΙΙ. ὁ ἐπ’ ἀφροδισίοις μαινόμενος, λάγνος, ἀκόλαστος· ἐντεῦθεν μῑσήτη (οὐχὶ μισητή), ἡ καταφερής, ἐπιρρεπὴς πρὸς συνουσίαν, πόρνη, Ἀρχίλ. 173, πρβλ. Meineke εἰς Κρατῖν. ἐν Ἀδήλ. 88, καὶ ἴδε μισητία, μυσάχνη. 2) καθόλου, ἄπληστος, ἀκόρεστος, Ἡσύχ., Φώτ.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
1 haï, odieux;
2 haïssable.
Étymologie: μισέω.

Greek Monolingual

-ή, -ό (ΑΜ μισητός, -ή, -όν) μισώ
αυτός που επισύρει εναντίον του το μίσος, άξιος μίσους, μισημένος, μισούμενος, απεχθής (α. «την ώρα, όπου εσβηούντο οι μισητοί, τον θεόν ευχαριστούσε», Σολωμ.
β. «οὐκ οἶδεν οἷα γλῶσσα μισητῆς κυνός λέξασα», Αισχύλ.).
επίρρ...
μισητά και μισητώς (Α μισητῶς)
με μίσος, με απέχθεια.

Greek Monotonic

μῑσητός: -ή, -όν, αυτός που αποτελεί αντικείμενο μίσους, μισητός, σε Αισχύλ., Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

μῑσητός:
1) ненавистный Aesch.;
2) достойный ненависти, отвратительный Plat., Xen.

Middle Liddell

μῑσητός, ή, όν
hateful, Aesch., Xen.