Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βῶκος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

German (Pape)

[Seite 468] dor., Theocr., = βουκολιάζω, βουκόλος u. ä.

Greek (Liddell-Scott)

βῶκος: ὁ, Δωρ. ἀντὶ βοῦκος, βουκαῖος.

Greek Monolingual

βῶκος, ο (δωρ. τ.) (Α)
βλ. βούκος, βουκαίος.

Greek Monotonic

βῶκος: ὁ, Δωρ. αντί βοῦκος.

Russian (Dvoretsky)

βῶκος: ὁ дор. v. l. = βοῦκος.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βῶκος -ου, ὁ Dor. voor βοῦκος.