Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βῶκος

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

German (Pape)

[Seite 468] dor., Theocr., = βουκολιάζω, βουκόλος u. ä.

Greek (Liddell-Scott)

βῶκος: ὁ, Δωρ. ἀντὶ βοῦκος, βουκαῖος.

Greek Monolingual

βῶκος, ο (δωρ. τ.) (Α)
βλ. βούκος, βουκαίος.

Greek Monotonic

βῶκος: ὁ, Δωρ. αντί βοῦκος.

Russian (Dvoretsky)

βῶκος: ὁ дор. v. l. = βοῦκος.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βῶκος -ου, ὁ Dor. voor βοῦκος.