Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γυιοτακής

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: γυιοτᾰκής Medium diacritics: γυιοτακής Low diacritics: γυιοτακής Capitals: ΓΥΙΟΤΑΚΗΣ
Transliteration A: gyiotakḗs Transliteration B: guiotakēs Transliteration C: gyiotakis Beta Code: guiotakh/s

English (LSJ)

ές,

   A melting or wasting the limbs, πενίη AP6.30 (Maced.).    II Pass., with pining limbs, ib.71 (Paul.Sil.).

German (Pape)

[Seite 508] ές, Glieder schmelzend, allmälig abzehrend, πενίη Maced. 28 (VI, 30); mit hinschwindenden Gliedern, P. Sil. 41 (VI, 71).

Greek (Liddell-Scott)

γυιοτᾰκής: -ές, ὁ τήκων ἢ φθείρων τὰ μέλη, Ἀνθ. Π. 6. 30. ΙΙ. παθ., ὁ ἔχων τὰ μέλη φθίνοντα, αὐτόθι 71.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
1 qui épuise les membres;
2 aux membres épuisés.
Étymologie: γυῖον, τήκω.

Spanish (DGE)

(γυιοτᾰκής) -ές
1 de miembros desfallecidos, que está al límite de las fuerzasde un enamorado no correspondido AP 6.71.9 (Paul.Sil.).
2 que debilita los miembros, agotador πενίη AP 6.30 (Macedon.).

Greek Monolingual

γυιοτακής, -ές (Α)
1. αυτός που εξασθενεί τα μέλη του σώματος
2. εκείνος που έχει εξασθενημένα τα μέλη του σώματός του.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γυίον + -τακής < ετάκην, αόρ. του τήκομαι (πρβλ. τήκω «λειώνω, φθείρω, μαραίνω»].

Greek Monotonic

γυιοτᾰκής: -ές (τήκω),
I. αυτός που φθείρει τα μέλη, σε Ανθ.
II. Παθ., αυτός που έχει μαραζωμένα, φθίνοντα μέλη, στο ίδ.

Russian (Dvoretsky)

γυιοτᾰκής:
1) изнуренный, истощенный, обессилевший (ποθόβλητος ἀνήρ Anth.);
2) изнурительный, истощающий (πενίη Anth.).

Middle Liddell

τήκω
I. wasting the limbs, Anth.
II. pass. with pining limbs, Anth.