Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαΐσσω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: διᾰΐσσω Medium diacritics: διαΐσσω Low diacritics: διαΐσσω Capitals: ΔΙΑΪΣΣΩ
Transliteration A: diaḯssō Transliteration B: diaissō Transliteration C: diaisso Beta Code: diai/+ssw

English (LSJ)

Att. διᾴσσω or διᾴττω (wrongly written διάττω in codd., Arist.Mete.341b35, etc.), aor. 1 διῇξα (v. infr.):—

   A rush or dart through or across, πυρὸς λαμπρὸν διάϊσσεν μένος B.3.54; λαγὸς ἐς τὸ μέσον διήϊξε Hdt.4.134: also c. acc., Λύκι' ὄρεα διᾴσσει S.OT208 (lyr.); of sound, ἀχὼ… διῇξεν ἄντρων μυχόν A.Pr.133 (lyr.) (but φήμη διῇξε spread abroad, E.IA426); of pain, σπασμὸς διῇξε πλευρῶν S.Tr. 1083, cf. Hp.Morb.1.22; φρῖκαι διὰ τοῦ σώματος δ. Id.Mul.1.35; διᾴττοντες [ἀστέρες] shooting stars, Anaxag. ap. D.L.2.9, Arist.Cael. 395a32, Gem.17.47.

German (Pape)

[Seite 580] ion. u. poet. = διᾴττω, Her. 4, 134.

Greek (Liddell-Scott)

διαΐσσω: μέλλ. -αΐξω· Ἀττ. -ᾴσσω -ᾴττω, μέλλ. -ᾴξω· - «ὁρμῶ ἢ τινάσσομαι, πηδῶ διὰ μέσου ἢ ἀπέναντι, λαγὸς ἐς τὸ μέσον διῇξε Ἡρόδ. 4. 134· ὡσαύτως μετ’ αἰτ., Λύκι’ ὄρη διᾴσσει Σοφ. Ο. Τ. 208· ἐπὶ ἤχου, ἀχὼ... διῇξεν ἄντρου μυχὸν Αἰσχύλ. Πρ. 133· (ἀλλά, φήμη διῇξε, διεδόθη, ἐξηπλώθη, Εὐρ. Ι. Α. 426)· καὶ μετὰ γεν., σπασμὸς διῇξε πλευρῶν Σοφ. Τρ. 1083· ἀστέρες διᾴττοντες, ὡς καὶ παρ’ ἡμῖν, Ἀριστ. Μετεωρ. 1. 4, 7, κ. ἀλλ.

French (Bailly abrégé)

att. διᾴσσω ou διᾴττω, qqf διάττω;
f. διᾴξω, ao. διῇξα, pf. inus.
I. (διά, de côté et d’autre);
1 s’élancer en écartant : σπασμὸς διῇξε πλευρῶν SOPH une convulsion fit battre mes flancs, mes flancs furent agités d’un mouvement convulsif;
2 s’élancer de tous côtés : φήμη διῇξε EUR le bruit se répandit de tous côtés;
II. (διά, à travers) s’élancer à travers : ἐς τὸ μέσον HDT s’élancer au milieu (de la foule) ; avec l’acc. : δ. ὄρη SOPH s’élancer à travers les montagnes ; en parl. d’un bruit δ. ἄντρων μυχόν ESCHL retentir jusqu’au fond des cavernes.
Étymologie: διά, ἀΐσσω.

Spanish (DGE)

(διᾰΐσσω) • Alolema(s): át. -ᾴσσω o -ᾴττω
1 lanzarse a través de, atravesar, recorrer c. ac. Λύκι' ὄρεα διᾴσσει S.OT 208, c. gen. (σπασμός) διῇξε πλευρῶν S.Tr.1083, ὀδύναι διαίσσουσιν ἄλλοτε ἄλλῃ τοῦ σώματος los dolores surgen en el cuerpo cada vez en un sitio diferente Hp.Morb.1.22, c. giro prep. λαγὸς ἐς τὸ μέσον διήιξε Hdt.4.134, τὸ αἷμα ... διαΐσσει διὰ παντὸς τοῦ σώματος Hp.Flat.8, φρίκη διαΐσσει διὰ τοῦ σώματος escalofríos recorren el cuerpo Hp.Morb.4.46, cf. Mul.1.35
abs. precipitarse ἐπεὶ δεινο[ῦ π] υρὸς λαμπρὸν διάϊ[σσεν μέ] νος cuando del terrible fuego la brillante fuerza se precipitó B.3.54
atravesarse εἰ ... διᾴξειεν γαλῆ si una comadreja se atravesara (en el camino), Ar.Ec.792
de un sonido penetrar c. ac. ἀχὼ χάλυβος διῆιξεν ἄντρων μυχόν A.Pr.133, c. dat. μοι ... διῇξε φωνή me llegó una voz Pl.Ax.364a
de los astros διᾴττοντες (ἀστέρες) estrellas fugaces Arist.Mu.395a32, D.L.2.9, Gem.17.47, Plu.Lys.12, Iul.Gal.87.3, cf. Arist.Mete.341b35, ἀστραπὴ διαΐξασα Luc.Icar.4, cf. IStratonikeia 10.12 (I a.C.), Eus.M.23.1228, διᾴττοντες ῥυμοί estelas fugaces Ach.Tat.Intr.Arat.32.
2 fig. expandirse un rumor ταχεῖα γὰρ διῇξε φήμη E.IA 426.

Greek Monolingual

διαΐσσω, αττ. διᾴσσω και διᾴττω (Α) αΐσσω
ορμώ, τινάσσομαι
νεοελλ.
(συνήθ. τύπος η μτχ.) διάττων ή διάττοντες (ενν. αστέρας ή αστέρες).

Greek Monotonic

διαΐσσω: μέλ. -αΐξω, Αττ. -ᾴσσω ή -ᾴττω, μέλ. -ξω, αόρ. αʹ -ῇξα· ορμώ, τινάζομαι ή πηδώ μέσα από ή απέναντι, σε Ηρόδ.· με αιτ., ὄρη διᾴσσει, σε Σοφ.· λέγεται για ήχο, ἀχὼ διῇξεν μυχόν, σε Αισχύλ.· και με γεν., σπασμὸς διῇξε πλευρῶν, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

διαΐσσω: стяж. διᾷσσω, атт. διᾷττω, иногда διάττω (fut. διᾴξω, aor. διῇξα) устремляться, бросаться; λαγὸς ἐς τὸ μέσον διήϊξε Her. заяц проскочил внутрь; ὄρεα διᾴσσειν Soph. (про)носиться через горы; ταχεῖα διῇξε φήμη Eur. слух (об этом) быстро распространился; ἀχὼ διῇξεν ἄντρων μυχόν Aesch. отголосок донесся в глубину пещер; θόρυβοι διᾴττοντες Plut. донесшийся шум; σπασμὸς διῇξε πλευρῶν Soph. судорожная боль пронзила тело; ἀστέρες διάττοντες Arst., Plut. блуждающие звезды.