Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δροσώδης

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: δροσώδης Medium diacritics: δροσώδης Low diacritics: δροσώδης Capitals: ΔΡΟΣΩΔΗΣ
Transliteration A: drosṓdēs Transliteration B: drosōdēs Transliteration C: drosodis Beta Code: drosw/dhs

English (LSJ)

ες,

   A dewy, moist, κύπειρος Pherecr.109; λιβάς Antiph. 52.13; κρεάδια Alex.124.12; ἱδρώς Plu.2.695c; δ. ὕδατος νοτίς a spring of fresh water, E.Ba.705.

German (Pape)

[Seite 668] ες, = δροσοειδής; κύπειρος Phereer. bei Ath. XV, 685 a; μέτωπον Anacr. 16, 9; in Prosa öfter, = δροσερός, z. B. Plut. Qu. nat. 5.

Greek (Liddell-Scott)

δροσώδης: -ες, ὅμοιος δρόσῳ, δροσερός, ὑγρός, Φερεκρ. Μεταλλ. 2, κτλ.· δ. ὕδατος νοτίς, πηγή, Εὐρ. Βάκχ. 704.

French (Bailly abrégé)

ης, ες :
semblable à de la rosée.
Étymologie: δρόσος, -ωδης.

Spanish (DGE)

-ες

• Morfología: [plu. ac. δροσώδεας Gr.Naz.M.37.1492]
I 1cubierto de rocío κύπειρος Pherecr.114.2, πέτραι Gal.12.57, ταρσός ... ὀρνίθων Babr.124.18, fig. de un guiso de carne jugosa τὰ κρεᾴδια ... ἔγχυλα ... καὶ δροσώδη Alex.129.12.
2 en forma de rocío, consistente en rocío τὸ δροσῶδες ὑγρόν Plu.2.913e, ἀτμὶς ἀναχεῖται τῷ περιέχοντι δ. op. νεφελώδης, ὁμιχλώδης, ὀρφνώδης Adam.Vent.33.13, ψεκάδες Gr.Nyss.Hom.in Cant.326.10
como rocío, que forma gotas ἱδρώς Plu.2.695c.
3 fresco, cristalino δ. ὕδατος ... νοτίς E.Ba.705
cristalino, consistente en agua λιβάς Antiph.55.13.
II fig.
1 refrescante γίνεται ἡμῖν ... δ. ὁ βίος διὰ τῶν τῆς ἀρετῆς σκιαδείων Gr.Nyss.Hom.in Cant.53.2.
2 tierno, joven ἁπαλὸν ... καὶ δροσῶδες ... μέτωπον Anacreont.17.9
subst. ὁ δ. niño, niña θρέψας ἐν θαλάμοισι δροσώδεας criando en la casa a las niñas Gr.Naz.l.c.

Greek Monolingual

-ες (Α δροσώδης, -ες)
αυτός που μοιάζει με δροσιά, δροσερός, υγρός.

Greek Monotonic

δροσώδης: -ες (εἶδος), δροσερός, υγρός, νοτισμένος, βρεγμένος, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

δροσώδης:
1) похожий на росу (ὕδατος νοτίς Eur.; ἱδρώς Plut.);
2) свежий, нежный (μέτωπον Anacr.).

Middle Liddell

δροσ-ώδης, ες adj εἶδος
like dew, moist, Eur.