Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δυστέκμαρτος

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: δυστέκμαρτος Medium diacritics: δυστέκμαρτος Low diacritics: δυστέκμαρτος Capitals: ΔΥΣΤΕΚΜΑΡΤΟΣ
Transliteration A: dystékmartos Transliteration B: dystekmartos Transliteration C: dystekmartos Beta Code: duste/kmartos

English (LSJ)

ον,

   A hard to make out from signs, hard to trace, ἴχνος S.OT109; δ. τέχνη, of the art of interpreting auspices, A.Pr. 497; ποικίλον τι καὶ δ. E.Hel.712; τέλος D.H.4.29; γνώμη Plu.Cat. Mi.72; δ. πατὴρ τῶν ὅλων Ph.1.467; hard to estimate, Aret.CA1.4.

German (Pape)

[Seite 688] schwer zu erkennen, zu erspähen; ἴχνος Soph. O. R. 109; übh. = unverständlich; τέχνη Aesch. Prom. 495; καὶ ποικίλον Eur. Hel. 718; καὶ ἄδηλον τέλος D. Hal. 4, 29; γνώμη Plut. Cat. min. 72.

Greek (Liddell-Scott)

δυστέκμαρτος: -ον, ὃν δύσκολον εἶνε νὰ εἰκάσῃ εις ἐκ τῶν δοθέντων τεκμηρίων, δυσείκαστος, δυσεύρετος, ἴχνος Σοφ. Ο. Τ. 109· δ. τέχνη, ἐπὶ τῆς τέχνης τοῦ ἑρμηνεύειν οἰωνούς, Αἰσχύλ. Πρ. 497· ποικίλον τι καὶ δ. Εὐρ. Ἑλ. 712· οὔτω παρὰ Διον. Ἁλ. 4. 29, καὶ βραδύτερον.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
difficile à conjecturer, à deviner.
Étymologie: δυσ-, τεκμαίρω.

Spanish (DGE)

-ον
1 difícil de interpretar, difícil de descifrar por medio de signos τέχνη ref. la mántica, A.Pr.497, ἴχνος S.OT 109, ὁ θεὸς ὡς ἔφυ τι ποικίλον καὶ δ. E.Hel.712, cf. Ph.1.467
subst. τὸ δ. dificultad de interpretar, de entender a Dios, Gr.Naz.M.35.900A
difícil de descubrir, difícil de adivinar τέλος πάντων τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων D.H.4.29, cf. Luc.Trag.27, ἡ δὲ τύχη M.Ant.2.17.1, ἡ γνώμη τοῦ ἀνδρός Plu.Cat.Mi.72, πλάναι χαλεπαὶ καὶ δυστέκμαρτοι Plu.Ant.47, τὸ μέλλον Clem.Al.Strom.6.9.76.
2 difícil de calcular τὸ μέτρον Aret.CA 1.4.2, ἡ συμμετρία τῆς ἑψήσεως Gal.11.134
subst. τὸ δ. dificultad de cálculo c. gen. τῆς ἰσότητος Aristid.Quint.96.4.

Greek Monolingual

δυστέκμαρτος, -ον (Α)
δυσεξιχνίαστος.

Greek Monotonic

δυστέκμαρτος: -ον (τεκμαίρομαι), αυτός για τον οποίο δύσκολα μπορεί να υποθέσει κάποιος, αυτός που δύσκολα εικάζεται κάτι γι' αυτόν από τα υπάρχοντα τεκμήρια· δυσερεύνητος, ανεξήγητος, ακατανόητος, σε Τραγ.

Russian (Dvoretsky)

δυστέκμαρτος:
1) трудно различимый, плохо видный, неясный (ἴχνη Soph.; ἀνοδίαι καὶ πλάναι Plut.);
2) с трудом постижимый, непонятный (τέχνη Aesch.; θεός Eur.; γνώμη Plut.).

Middle Liddell

δυσ-τέκμαρτος, ον τεκμαίρομαι
hard to make out from the given signs, hard to trace, inexplicable, Trag.