Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατασφραγίζω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: κατασφρᾱγίζω Medium diacritics: κατασφραγίζω Low diacritics: κατασφραγίζω Capitals: ΚΑΤΑΣΦΡΑΓΙΖΩ
Transliteration A: katasphragízō Transliteration B: katasphragizō Transliteration C: katasfragizo Beta Code: katasfragi/zw

English (LSJ)

Ion. and Ep. κατα-σφρηγίζω,

   A seal up, LXX Jb.9.7, 37.7: mostly pf. part. Pass. κατεσφρηγισμένος sealed up, made fast, secured, ὅρκοις Emp.115.2, cf. A.Supp.947, E.Fr.762, Pl.Erx.400a, etc.: impf. Pass. κατεσφρηγίζετο Tryph.68: fut. -σφραγισθήσομαι Hermes 64.64 (Epid., ii A.D.): aor. κατεσφραγίσθην LXX Wi.2.5, Hsch.:—Med., κ. τὰς θύρας Arist.Mir.842a29, cf. UPZ6.21 (ii B.C.): Ep.aor. 1 -ίσσατο Nonn.D.45.188.

Greek (Liddell-Scott)

κατασφρᾱγίζω: μέλλ. Ἀττ. -ῐῶ, σφραγίζω ἐντελῶς· κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν χρήσει κατὰ μετοχ. παθ. πρκμ. κατεσφραγισμένος, ἐσφραγισμένος καλῶς, ψήφισμα θεῶν ὅρκοις κ. Ἐμπεδ. ἐν Στοβ. Ἐκλογ. 2. 384· ἐν πτυχαῖς βίβλων κατεσφραγισμένα Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 947· εὔσημα καὶ κατεσφραγισμένα Εὐρ. Ἀποσπ. 762, Πλάτ. Ἐρυξ. 400Α· δέλτος κ. Πλουτ. Ἠθ. 434D· ἀλλὰ παθ. παρατ. κατεσφρηγίζετο, Τρυφ. 68· ἀόρ. κατεσφραγίσθη, «ἀπεκλείσθη» Ἡσύχ.- 2· Μέσ., κ. τὰς θύρας Ἀριστ. π. Θαυμαστ. 123· Ἐπικ. ἀόρ. -ίσσατο, Νόνν. Δ. 45. 188.

French (Bailly abrégé)

f. att. κατασφραγιῶ;
sceller, cacheter.
Étymologie: κατά, σφραγίζω.

English (Strong)

from κατά and σφραγίζω; to seal closely: seal.

English (Thayer)

perfect passive participle κατεσφραγισμενος; "to cover with a seal (see κατά, III:3), to seal up, close with a seal": βιβλίον σφραγῖσιν, Aeschylus, Euripides, Plato, Plutarch, Lucian, others.)

Greek Monolingual

κατασφραγίζω και ιων. και επικ. τ. κατασφρηγίζω (Α)
1. σφραγίζω, εντελώς, κλείνω επιμελώς, διαφυλάσσω («ἐν πτυχαῑς βίβλων κατεσφραγισμένα», Πλούτ.)
2. μτφ. προσδίδω κύρος σε κάτι, επισφραγίζω, επιβεβαιώνω, επικυρώνω
3. καθορίζω επακριβώς κάτι.

Russian (Dvoretsky)

κατασφρᾱγίζω: тж. med. запечатывать (τι Arst., Plat., Luc., Plut.): ἐν πτυχαῖς βίβλων κατεσφραγισμένα Aesch. (записанное и) запечатанное на книжных листах; βιβλίον κατεσφραγισμένον σφραγῖσιν ἑπτά NT книга за семью печатями.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κατα-σφραγίζω, ep. Ion. κατασφρηγίζω verzegelen:; ἐν πτυχαῖς βύβλων κατεσφρηγισμένα verzegeld in papyrusbladen Aeschl. Suppl. 947; overdr. ptc. perf. pass. afgesproken, bezegeld:. κατεσφρηγισμένος ὅρκοις met eden bezegeld Emped. B 115.2.

Chinese

原文音譯:katasfrag⋯zw 卡他-士弗拉居索
詞類次數:動詞(1)
原文字根:向下-印
字義溯源:嚴密封住,封,緊閉,封嚴;由(κατά / καθεῖς / καθημέραν / κατακύπτω)*=下,按照)與(σφραγίζω)=蓋印嚴封)組成;而 (σφραγίζω)出自(σφραγίς)*=印記)
出現次數:總共(1);啓(1)
譯字彙編
1) 封嚴了(1) 啓5:1