Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κράδη

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: κράδη Medium diacritics: κράδη Low diacritics: κράδη Capitals: ΚΡΑΔΗ
Transliteration A: krádē Transliteration B: kradē Transliteration C: kradi Beta Code: kra/dh

English (LSJ)

[ᾰ], ἡ,

   A quivering spray at the end of a branch, esp. of figtrees, ἐν κράδῃ ἀκροτάτῃ Hes.Op.681, cf. Thphr.CP5.1.3, Nic.Th. 853; τέττιγες… ἐπὶ τῶν κραδῶν ἄδουσιν Ar.Av.40: generally, branch, esp. fig-branch, Hp.Superf.33, Thphr.HP2.1.2; κ. ἐριναῖ E.Fr.679; κ. τῶν συκῶν PSI5.449.6 (pl., iii B. C.); κράδῃσι βάλλεσθαι, of the φαρμακός, Hippon.4, cf. 8; κράδης ὀπός fig-juice, Hp.Ulc.12.    2 figtree, Ar.Pax627, v. Sch.    II diseased formation of small shoots in trees, Thphr.HP1.8.5.    III scenic contrivance for exhibiting actors in Comedy hovering in the air, like the μηχανή in tragedy, Poll.4.128.

Greek (Liddell-Scott)

κράδη: ᾰ, ἡ, τὰ διασειόμενα ἀκρότατα μέρη τῶν κλάδων, κυρίως τῶν συκῶν, ἐν κράδῃ ἀκροτάτῃ Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 679· τέττιγες... ἐπὶ κραδῶν ᾄδουσιν Ἀριστοφ. Ὄρν. 40· προσέτι ἁπλῶς κλάδος ἢ κλὼν συκῆς, Ἱππ. 266. 7, Εὐρ. Ἀποσπ. 680, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 2. 5, 4· ― καθόλου, συκῆ, Ἀριστοφ. Εἰρ. 627, ἔνθα ἴδε Σχόλ. ΙΙ. εἶδος ἐρυσίβης τῶν δένδρων, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 1. 8, 5· ἴδε κράδος. ΙΙΙ. σκηνικόν τι μηχάνημα δι’ οὗ οἱ ὑποκριταὶ ἐν τῇ κωμῳδίᾳ παρίσταντο ὡς αἰωρούμενοι εἰς τὸν ἀέρα, ὡς ἡ μηχανὴ ἐν τῇ τραγῳδίᾳ, Πολυδ. Δϳ, 129.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
1 extrémité d’une branche d’arbre qui s’agite;
2 particul. branche de figuier ; figuier.
Étymologie: R. Κραδ ; cf. κραδαίνω.

Greek Monolingual

κράδη, ἡ (Α)
1. το ανώτατο άκρο του κλαδιού, το κλωνάρι, το βλαστάρι («τέττιγες... ἐπὶ τῶν κραδῶν ᾄδουσιν», Αριστοφ.)
2. κλαδί, ιδίως συκιάς («προσπηγνύναι κράδαις ἐριναῑς», Ευρ.)
3. η συκιά
4. ερυσίβη που μαυρίζει τα κλαδιά τών δένδρων
5. σκηνικό μηχάνημα του αρχαίου θεάτρου με το οποίο εμφανίζονταν οι υποκριτές αιωρούμενοι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Δεν είναι σαφές αν το κράδη αποτελεί μεταρρηματικό (αντίστροφο) παρ. του κραδῶ (Ι) «σείω» ή αν το τελευταίο είναι μετονοματικό παρ. του κράδη. Αμφότερα συνδέονται πιθ. με το κόρδαξ (είδος άσεμνου χορού) και το λατ. cardo «στρόφιγξ», οπότε θα αναχθούν σε παρεκτεταμένο τ. kre-d της ΙΕ ρίζας (s)ker-/(s)kre- «πηδώ, στριφογυρίζω», πιθ. μέσω ενός αμάρτυρου τ. κέρδω.
ΠΑΡ. αρχ. κράδαλος, κραδαλός, κραδησίτης, κραδίας, κραδώ (ΙΙ).
ΣΥΝΘ. αρχ. κραδοπώλης, κραδοφάγος.

Greek Monotonic

κράδη: [ᾰ], ἡ, τα ακρότατα σημεία των κλαδιών που κουνιούνται, σε Ησίοδ., Αριστοφ.· γενικά, συκιά, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

κράδη: (ᾰ) ἡ1) ветка фигового дерева Hes., Eur., Arph.;
2) фиговое дерево, смоковница Arph.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κράδη -ης, ἡ uiteinde van een tak (meestal v. e. vijgenboom); meton. vijg.

Middle Liddell

κρά˘δη, ἡ,
the quivering spray at the end of a branch, Hes., Ar.:—generally, a fig-tree, Ar.