Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λογοποιέω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: λογοποιέω Medium diacritics: λογοποιέω Low diacritics: λογοποιέω Capitals: ΛΟΓΟΠΟΙΕΩ
Transliteration A: logopoiéō Transliteration B: logopoieō Transliteration C: logopoieo Beta Code: logopoie/w

English (LSJ)

   A write, compose, Pl.R.378d, Lg.636d; write speeches, Id.Euthd.289d.    2 fabricate tales, esp. of newsmongers, Th.6.38, And.1.54, Lys.16.11, D.4.49, Thphr. Char.8.1; τὰς [συμφορὰς] αὐτοὶ λογοποιοῦσιν Lys.22.14; λ. κατὰ τῆς πόλεως Plb.28.2.4:—Pass., D.C. 37.35.    II Med., settle accounts, πρός τινας PRyl.136.4 (i A.D.), etc.:—Pass., Ostr.1179.    III Med., make proposals, ἰδίᾳ πρός τινα Luc.DMeretr.10.4.

Greek (Liddell-Scott)

λογοποιέω: ἐφευρίσκω, πλάττω μύθους, ψευδεῖς ἱστορίας, Πλάτ. Πολ. 378D, Νόμ. 636C· περί τινος Λυσ. 146. 36, πρβλ. Θεοφρ. Χαρ. 8. 2) λ. τι, κατασκευάζω, πλάττω διηγήματα, Λατ. serere rumores, ἰδίως ἐπὶ τῶν διαδιδόντων εἰδήσεις, «νέα», Θουκ. 6. 38, Ἀνδοκ. 8. 15, Δημ. 54. 15, κτλ. ΙΙ. γράφω λόγους ῥητορικούς, ὁμιλίας, (ἴδε λογοποιὸς ΙΙ), Πλάτ. Εὐθύδ. 289D.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
1 imaginer des fictions poétiques;
2 inventer ou répandre des fables, càd de faux bruits.
Étymologie: λογοποιός.

Greek Monotonic

λογοποιέω: μέλ. λογοποιήσω,
I. 1. εφευρίσκω, πλάθω μύθους, κατασκευάζω ψευδείς ιστορίες, σε Πλάτ.
2. κατασκευάζω διηγήσεις, κυρίως λέγεται γι' αυτούς που διαδίδουν ειδήσεις, μεταδίδουν ψεύτικα νέα, σε Θουκ., Δημ., κ.λπ.
II. γράφω ρητορικούς λόγους, ομιλίες, (βλ. λογοποιός II), σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

λογοποιέω:
1) сочинять рассказы, составлять повести, писать (περί τινος Lys.);
2) выдумывать небылицы, измышлять, сплетничать (λ. οὔτε ὄντα οὔτε ἂν γενόμενα Thuc.): λ. τι κατά τινος Isocr. распускать ложные слухи про кого-л.;
3) составлять речи Plat.

Middle Liddell

λογοποιέω, fut. -ήσω
I. to invent stories, to write, compose, Plat.
2. to fabricate tales, of newsmongers, Thuc., Dem., etc.
II. to write speeches (v. λογοποιός II), Plat.