Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεγακήτης

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: μεγᾰκήτης Medium diacritics: μεγακήτης Low diacritics: μεγακήτης Capitals: ΜΕΓΑΚΗΤΗΣ
Transliteration A: megakḗtēs Transliteration B: megakētēs Transliteration C: megakitis Beta Code: megakh/ths

English (LSJ)

ες, (cf. κητώεις)

   A yawning, with mighty hollows, μεγακήτεα πόντον Od.3.158; with mighty maw, δελφίς Il.21.22; capacious, νηῦς 8.222, 11.5,600. (Also expld. as derived from κῆτος, μ. πόντος teeming with monsters, μ. νηῦς with a monster as figurehead.)

German (Pape)

[Seite 104] ες, ungeheuer groß; δελφίν, Il. 21, 22, vgl. κῆτος, auch πόντος, Od. 3, 158, wo es Einige erkl. = große Ungeheuer in seinen Tiefen habend; νηῦς, Il. 8, 222. 11, 5. 600, von gewaltiger Höhlung, sehr geräumig. Vgl. noch κητώεις.

Greek (Liddell-Scott)

μεγᾰκήτης: -ες, ἐπίθ. τῆς θαλάσσης παρ’ Ὁμ., μεγακήτεα πόντον Ὀδ. Γ. 158, ἔνθα κοινῶς ἑρμηνεύεται: ἔχων ἀφθονίαν θαλασσίων τεράτων (κήτεα)· ἀλλ’ ἐν Ἰλ. Φ. 22, εὕρηται ὡς ἐπίθ. δελφῖνος, (ὑπὸ δελφῖνος μεγακήτεος ἰχθύες ἄλλοι φεύγοντες), ἐν Θ. 222., Λ. 5, 600, ἐπὶ πλοίου (μεγακήτεϊ νηί)· ὁ δὲ Θέογν. 175 ἔχει βαθυκήτεα πόντον, προφανῶς ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐννοίας ἐφ’ ἧς τὸ μεγακήτεα παρ’ Ὁμ. - Αἱ χρήσεις αὗται ὡδήγησαν τὸν Buttm. (ἑπόμενον τῷ Hemst. εἰς Λουκ. Τίμ. 26) νὰ διισχυρισθῇ ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ λέξις τὴν αὐτὴν σημασίαν, ἣν τὸ κητώεις, καιετάεις, δηλ. ἔχων μεγάλην, εὐρεῖαν κοιλίαν, χαίνων, πλήρης κοιλωμάτων· πρβλ. κῆτος.

French (Bailly abrégé)

ης, ες :
1 qui est un énorme cétacé ; p. ext. énorme, monstrueux;
2 qui renferme d’énormes cétacés.
Étymologie: μέγας, κῆτος.

English (Autenrieth)

ες (κῆτος): with great gulf or hollow; δελφίν, ‘voracious,’ Il. 21.22 ; νηῦς, ‘wide-bellied,’ Il. 8.222 ; πόντος, ‘wide-yawning,’ Od. 3.158.

Greek Monolingual

μεγακήτης, -ες (Α)
1. (για τη θάλασσα) αυτός που έχει αφθονία κητών («ἐστόρεσεν δὲ θεὸς μεγακήτεα πόντον», Ομ. Οδ.)
2. (για το δελφίνι) μεγάλος
3. (για πλοίο) ευρύχωρος («μεγακήτεϊ νηΐ μελαίνῃ», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < μεγα- + -κήτης (< κῆτος «θαλάσσιο τέρας»), πρβλ. βαθυ-κήτης, πολυ-κήτης].

Greek Monotonic

μεγᾰκήτης: -ες (κῆτος II), αυτός που έχει μεγάλα κοιλώματα, σπηλαιώδης, λέγεται για θάλασσα, σε Ομήρ. Οδ. (πρβλ. βαθυκήτης), λέγεται για πλοίο, αυτό που έχει βαθύ σκάφος, σε Ομήρ. Ιλ.· λέγεται για δελφίνι, αυτό που έχει τεράστια σαγόνια, στο ίδ.

Russian (Dvoretsky)

μεγᾰκήτης: κῆτος
1) чудовищный, огромный (δελφίς, νηῦς Hom.);
2) изобилующий чудовищами (πόντος Hom.).

Middle Liddell

μεγᾰ-κήτης, ες κῆτος II]
with great hollows, cavernous, of the sea, Od. (cf. βαθυκήτησ): of a ship, with large hull, Il.; of a dolphin, with huge maw, Il.