Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δελφίς

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: δελφίς Medium diacritics: δελφίς Low diacritics: δελφίς Capitals: ΔΕΛΦΙΣ
Transliteration A: delphís Transliteration B: delphis Transliteration C: delfis Beta Code: delfi/s

English (LSJ)

(later δελφίν, Mosch.3.37 (dub.l.), Man.5.157), ῖνος, ὁ:—

   A dolphin, Il.21.22, Od.12.96, Archil.74.7, Pi.P.2.51, Hdt.1.24, Arist. HA489b2, Opp.H.1.648, etc.; as an ornament, IG2.678B37; cf. βελφίν.    II mass of lead shaped like a dolphin, hung at the yard-arm, and let down on the decks of the enemy's ships, τοὺς δ. μετεωρίζου Ar.Eq.762, cf. Sch. ad loc.; δ. κεροῦχος Pherecr.12.    2 = κερκέτης, Paus.Gr.Fr.118, Opp.H.3.290.    3 stops in a machine, Orib.48.4.44.    III the constellation Dolphin, Democr.14, Arist.Mete.345b22, Arat.316, Eratosth.Cat.31 tit., etc.

German (Pape)

[Seite 544] ῖνος, ὁ, Sp., wie Mosch. 3, 37 u. Plut. auch δελφίν, der Delphin, Tummler; verwandt δέλφαξ, δελφύς, Δελφοί, s. Curtius Grundzüge der Griech. Etymol. 2 p. 65. Den Formen δελφίς und δελφίν liegt ein gemeinsames altes δεδφίνσ zu Grunde. Das Wort findet sich von Homer an überall; bei Homer selbst nur zweimal: Odyss. 12, 96 αὐτοῦ δ' ἰχθυάᾳ, σκόπελον περιμαιμώωσα, δελφῖνάς τε κύνας τε, καὶ εἴ ποθι μεῖζον ἕλῃσιν κῆτος, ἃ μυρία βόσκει ἀγάστονος Ἀμφιτρίτη; Iliad. 21, 22 ὡς δ' ὑπὸ δελφῖνος μεγακήτεος ἰχθύες ἄλλοι φεύγοντες πιμπλᾶσι μυχοὺς λιμένος εὐόρμου, δειδιότες· μάλα γάρ τε κατεσθίει ὅν κε λάβῃσιν. Scholl. V. schließt aus dieser Stelle, daß Homer die Delphine zu den Fischen rechne: ὡς ἰχθύος τε ὄντος τοῦ δελφῖνος τὸ ἄλλο εἶπε. καὶ Πίνδαρος (Bergk P. L. G. ed. 2 p. 306 fragm. 296) »ἰχθὺν παιδοφάγον« ἐπὶ τοῦ κήτους. Der Schluß ist nicht sicher; denn das ἰχθύες ἄλλοι kann Homerische Figur sein, bekannter Gräcismus, vgl. Odyss. 2, 412 μήτηρ οὔ τι πέπυσται, οὐδ' ἄλλαι δμωαί, s. s. v. ἄλλος. So kann auch Odyss. 12, 96 das ἰχθυάᾳ Homerische Figur sein, Katachrese. Zu beachten ist namentlich, daß nach Aristarch Homer die Aale nicht zu den Fischen rechnet; man sehe dasselbe 21. Buch der Ilias vs. 203. 353 und Scholl. Aristonic. Vgl. noch Eustath. Iliad. 21, 22 p. 1221, 33. – Bei Attikern ist δελφίς auch eine Kriegsmaschine auf den Schiffen, welche von Blei od. Eisen war u. auf das feindliche Schiff herabgeworfen wurde, dies zu versenken, von der Gestalt so genannt, Ar. Equ. 759, wo der Schol. zu vgl., wie Schol. Thuc. 7, 41. – Uebh. = Gewicht von Blei, Opp. H. 3, 290. 4, 80. – Ein Gestirn, Arat.

French (Bailly abrégé)

ῖνος (ὁ) :
1 dauphin, sorte de cétacé, animal;
2 masse de plomb ou de fer, en forme de dauphin, qu’on lançait sur un navire ennemi pour le couler.
Étymologie: DELG pê apparenté à δελφύς, δέλφαξ, si l’on pense à un sobriquet : « goret de mer ».

English (Autenrieth)

ῖνος: dolphin, Il. 21.22 and Od. 12.96.

English (Slater)

δελφίς
   1 dolphin, a symbol for speed at sea. θεός, ὃ καὶ θαλασσαῖον παραμείβεται δελφῖνα (P. 2.51) “ἀντὶ δελφίνων δἐλαχυπτερύγων ἵππους ἀμείψαντες” (P. 4.17) δελφῖνι καὶ τάχος δἰ ἅλμας ἶσόν κεἴποιμι Μελησίαν (N. 6.64) οἷοι δ' ἀρετὰν δελφῖνες ἐν πόντῳ (sc. the Aiginetans with their ships) (I. 9.7) ἐρεθίζομαι πρὸς ἀυτὰ[ν] ἁλίου δελφῖνος ὑπόκρισιν, τὸν μὲν ἀκύμονος ἐν πόντου πελάγει αὐλῶν ἐκίνησἐρατὸν μέλος (v. Page, C. R. 1956, 191) fr. 140b. 15. παρὰ ναῦν δ' ἰθύει τάχιστα δελφίς fr. 234. 2. φιλάνορα δοὐκ ἔλιπον βιοτάν (sc. οἱ ἐκ λῃστῶν γενόμενοι δελφῖνες) fr. 236, cf. fr. 267.

Greek Monolingual

(I)
ο, η
βλ. δελφίνι.
(II)
δελφίς (-ίδος), η (Α) Δελφοί
1. η κάτοικος τών Δελφών
2. η χώρα τών Δελφών
3. δελφίδες (δραχμαί)
ονομασία νομίσματος.

Greek Monotonic

δελφίς: -ῖνος, ὁ,
I. δελφίνι, σε Όμηρ. κ.λπ.
II. πολεμικό μηχάνημα μολύβδου, πιθ. σε σχήμα δελφινιού, που κρεμόταν στο κατάρτι του πλοίου και ριχνόταν ξαφνικά στο κατάστρωμα του εχθρικού πλοίου, σε Αριστοφ.· από όπου, κεραῖαι δελφινο-φόροι, δοκοί με τροχαλίες που χρησίμευαν στην εκτόξευση του δελφῖνος, σε Θουκ. (αμφίβ. προέλ.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δελφίς -ίδος [Δελφοί] adj. f., Delfisch.
δελφίς -ῖνος, ὁ, soms δελφίν [~ δελφύς: baarmoeder] dolfijn; uitbr. ook voor het sterrenbeeld Dolfijn; als wapen: een dolfijnvormige massa lood, opgehangen aan het uiteinde van de ra, om te droppen op het dek van een vijandig schip.

Russian (Dvoretsky)

δελφίς: ῖνος ὁ
1) зоол. дельфин (Delphinus delphis) Hom., Hes., Pind., Her., Arst.;
2) «дельфин» (металлический метательный снаряд для пробивания неприятельских кораблей) Arph.;
3) созвездие Дельфина Arst.

Frisk Etymological English

-ῖνος
Grammatical information: m.
Meaning: dolphin (Il.)
Other forms: (late -ίν)
Dialectal forms: Lesb. βέλφινες (EM).
Derivatives: δελφινίσκος (Arist.) and δελφινάριον (Hero). Δελφίνιος "dolphin-god", surname of Apollon (h. Ap.); Δελφίνιον tempel of Ap. Delphinios in Athens (Att.); also Δελφίδιος (Knossos). - δελφίνιον and δελφινιάς (Ps.-Dsc.) plant name (from the form of the leaves, Strömberg Pflanzennamen 42); - δελφίνειος (Cyran.) and δελφινίς (Luc.). - Denomin. δελφινίζω jump in like a dolphin (Luc.).
Origin: IE [Indo-European] [473] *gʷelbʰu- womb
Etymology: Cf. ἀκτίς, γλωχίς etc. To a word for womb, s. δελφύς and ἀδελφός. So the dolphin was called after its body (Kretschmer DLZ 1893, 170).

Middle Liddell

[deriv. uncertain]
I. the dolphin, Hom., etc.
II. a mass of lead, prob. shaped like a dolphin, hung at the yard-arm, and suddenly let down on the decks of the enemy's ships, Ar.:—hence, κεραῖαι δελφινοφόροι beams with pulleys to let down the δελφίς, Thuc.

Frisk Etymology German

δελφίς: (spät -ίν), -ῖνος
{delphís}
Grammar: m.
Meaning: Delphin (seit Il.), lesb. βέλφινες (EM).
Derivative: Deminutiva δελφινίσκος (Arist.) und δελφινάριον (Hero). Sonstige Ableitungen: Δελφίνιος "Delphinengott", Bein. des Apollon mit Bezugnahme auf Δελφοί (h. Ap. usw.); davon Δελφίνιον Tempel des Ap. Delphinios in Athen (att.); auch Δελφίδιος (Knossos). — δελφίνιον und δελφινιάς (Ps.-Dsk.) Pflanzennamen (nach der Form der Blätter, Strömberg Pflanzennamen 42); — δελφίνειος (Kyran.) und δελφινίς (Luk.). — Denominatives Verb δελφινίζω wie ein Delphin hineintauchen (Luk.).
Etymology : Zur Bildung im allg. vgl. ἀκτίς, γλωχίς, ὠδίς usw. Zugrunde liegt wie bei δέλφαξ ein Wort für Gebärmutter, vgl. zu δελφύς und ἀδελφός. Der Delphin wurde somit nach seinem Körperbau benannt (Kretschmer DLZ 1893, 170).
Page 1,362-363