Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κητώεις

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Full diacritics: κητώεις Medium diacritics: κητώεις Low diacritics: κητώεις Capitals: ΚΗΤΩΕΙΣ
Transliteration A: kētṓeis Transliteration B: kētōeis Transliteration C: kitoeis Beta Code: khtw/eis

English (LSJ)

εσσα, εν, Homeric epith. of Lacedaemon,

   A κοίλη Λακεδαίμων κητώεσσα Il.2.581, Od.4.1; perh.full of hollows or ravines, variously expld. ap. Str.8.5.7, Apollon.Lex., etc.; cf. καιετάεσσα.    II in later Ep., cavernous, of the wooden horse, Q.S.12.314.    2 = κήτειος, πώεα Nonn.D.43.251; φάλαγξ ib.1.274.

German (Pape)

[Seite 1435] εσσα, εν, bei Hom. ein Beiwort von Λακεδαίμων, κητώεσσα, Il. 2, 581 Od. 4, 1, von κῆτος, entweder übh. sehr groß, geräumig, od. wahrscheinlicher mit großen Schlünden, d. i. in tiefem Thale zwischen den hohen Bergen Taygetus u. Parthenios gelegen, dah. es auch κοίλη heißt, s. Nitzsch zur Od. a. a. O.; od. viele Schlünde, Klüfte habend, so daß Lacedämon auf das ganze berg- u. thalreiche Land ginge, Buttm. Lezil. II p. 96. Die Alten haben noch andere Erkl., ὑγιὲς μέγα κύτος ἔχουσα, – εἰς ἣν κήτη ἐκβράσσεται, – καλαμινθώδης, die nur zeigen, daß das Wort ihnen unklar war.

Greek (Liddell-Scott)

κητώεις: εσσα, εν. εἴρηται μόνον ὡς Ὁμηρ. ἐπίθ. τῆς Λακεδαίμονος, κοίλη Λακεδαίμων κητώεσσα Ἰλ. Β. 581, Ὀδ. Δ. 1. Κοινῶς ἐτυμολογεῖται ἐκ τοῦ κῆτος ΙΙ, ὥστε τὸ κητώεις θὰ σημαίνῃ πλήρης κοιλοτήτων ἢ ἀβύσσων (ῥωχμοὺς ἀπὸ σεισμῶν ἔχουσα Εὐστ.), καὶ ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐννοίας ὁ Ζηνόδοτος ἀνέγνω καιετάεσσα, ἴδε ἐν λέξ. καιάδας· ἄλλας ἑρμηνείας παρέχει ὁ Στράβ. 367· ― αὐτὸ τὸ ὄνομα Λακεδαίμων δύναται νὰ σημαίνῃ «πλήρης σπηλαίων» (ἐκ τῆς √ΛΑΚ, λάκκος). ― πρβλ. ὡσαύτως μεγακήτης.

French (Bailly abrégé)

ώεσσα, ῶεν;
creusé de ravins profonds.
Étymologie: DELG cf. καιάδας.

English (Autenrieth)

εσσα (κῆτος): full of ravines, epith. of Lacedaemon, Il. 2.581, Od. 4.1.

Greek Monolingual

κητώεις, -εσσα, -εν (Α)
1. (ομηρικό επίθ. της Λακεδαίμονος) ο γεμάτος κοιλότητες, χαράδρες, σπηλιές («οἵ δ' εἶχον κοίλην Λακεδαίμονα κητώεσσαν», Ομ. Ιλ.)
2. (για τον Δούρειο Ίππο) σπηλαιώδης, κοίλος, κούφιος
3. πελώριος, τεράστιος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά μία άποψη ο τ. κητώεσσαν είναι προϊόν μετρικής εκτάσεως < κητόεσσαν (< κῆτος «χάσμα, βάραθρο» + κατάλ. -όεις, πρβλ. αιματ-όεις, κυματ-όεις) και η σημασία του είναι «με τις σπηλιές, με τα βάραθρα». Κατ' άλλη άποψη πρόκειται για εσφ. γρφ. καιετάεσσαν (< καιέτα «καλαμιά»), οπότε η σημασία είναι «με τα πολλά καλάμια» (πρβλ. και τον χαρακτηρισμό καιετάεις του ποταμού Ευρώτα). Τέλος, κατ' άλλη άποψη, το επίθ. συνδέεται με τη γλώσσα του Ησυχίου καιετοί
ἀπὸ τῶν σεισμῶν ρωχμοὶ και με τα καιέτας, καιάδας (πράγμα που επίσης ταιριάζει για τη Λακεδαίμονα) με σημασία «ο γεμάτος ρωγμές»].

Greek Monotonic

κητώεις: -εσσα, -εν (κῆτος II), ως επίθ. της Λακεδαίμονος, ο γεμάτος σπηλιές και χαράδρες, σε Όμηρ.· πρβλ. μεγακήτης.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κητώεις -εσσα -εν, ep., rijk aan kloven.

Russian (Dvoretsky)

κητώεις: εσσα, εν предполож. изрытый ущельями, изобилующий пропастями (Λακεδαίμων Hom. - v. l. καιετάεις).

Middle Liddell

κητώεις, εσσα, εν κῆτος II]
as epith. of Lacedaemon, full of hollows or ravines, Hom.; cf. μεγακήτης.