Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νηγάτεος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: νηγάτεος Medium diacritics: νηγάτεος Low diacritics: νηγάτεος Capitals: ΝΗΓΑΤΕΟΣ
Transliteration A: nēgáteos Transliteration B: nēgateos Transliteration C: nigateos Beta Code: nhga/teos

English (LSJ)

[ᾰ], η, ον, Ep. Adj. of doubtful meaning and derivation, perh.

   A newly made, χιτών, κρήδεμνον, Il.2.43, 14.185; φᾶρος h.Ap. 122; καλύβαι A.R.1.775.

Greek (Liddell-Scott)

νηγάτεος: [ᾰ], -η, -ον, ὁ νεωστὶ κατασκευασθείς, νέος, χιτών, κρήδεμνον Ἰλ. Β. 43, Ξ. 185· φᾶρος Ὁμ. Ὕμν. εἰς Ἀπόλ. 122· καλύβαι Ἀπολλ. Ρόδ. Α. 175. (Τὸ πρῶτον μέρος νη- εἶναι βεβαίως ἐκ τοῦ νέος (ὃ ἴδε)· τὸ δὲ -γατος πιθ. ἐκ √ΓΔ, ΓΕΝ γίγνομαι, γέγαα, ὡς τατός, τάσις ἐκ τῆς ΤΑ, τείνω (τέταται).) - Ἡ λέξις διεσώθη ἐν Σέρραις τῆς Μακεδονίας ὑπὸ τὸν τύπον: ἀνήγατος μετὰ τῆς ἀρχαίας σημασίας, ἴδε Φιλίστορος τ. 3, σ. 124.

French (Bailly abrégé)

η, ον :
nouvellement né ; neuf.
Étymologie: pour *νεηγάτεος, de νέος, γέγαα.

English (Autenrieth)

doubtful word, new-made, Il. 2.43 and Il. 14.185.

Greek Monolingual

νηγάτεος, -έη, -ον (Α)
πιθ. αυτός που κατασκευάστηκε πρόσφατα, νέος, καινούργιος («χιτώνα καλόν, νηγάτεον» Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Λ. αβέβαιης σημ. και ετυμολ. Πιθανολογείται η σύνδεση της με αρχ. ινδ. ahata «αυτός που δεν έχει φορεθεί (για ρούχα)» ή με ρωσ. snag, τσεχοσλ. snaha «καθαριότητα». Κατ' άλλους, η λ. προέρχεται από νήγατος και ανάγεται σε ΙΕ ρίζα nē(i)g- «πλένω» ή πρόκειται για συνθ. λ. με α' συνθετικό συνδεόμενο με τη λ. νέος (πρβλ. νη [III]) και β' συνθετικό από το ρ. γίγνομαι. Τέλος, η σύνδεση με τον τ. του αρχ. μακεδονικού ανήγατος «νέος» δεν θεωρείται πιθανή].

Greek Monotonic

νηγάτεος: [ᾰ], -η, -ον, νεοφτιαγμένος, σε Ομήρ. Ιλ. (πιθ. προέρχεται από τα νέος, γέ-γαα).

Russian (Dvoretsky)

νηγάτεος: (ᾰ) γέγαα вновь сделанный (χιτών Hom.; φᾶρος HH).

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: adjunct of χιτών (Β 43), κρήδεμνον (Ξ 185), φᾶρος (h. Ap. 122), καλύβαι (A. R. 1, 775).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: The similarity with Ngr. Maced. ἀνήγατος not (yet) worn, new (Hoffmann Makedonen 30 f.) cannot be accidental. Quite uncertain or untenable suppositions on the etymology in Bq, Schwyzer 431 n. 7 and W.-Hofmann s. niger. Fur. 374 does not help.

Middle Liddell

νη-γά˘τεος, η, ον
new-made, Il. [Perh. from νέος, γέγαα.]

Frisk Etymology German

νηγάτεος: {nēgáteos}
Meaning: Beiwort von χιτών (Β 43), κρήδεμνον (Ξ 185), φᾶρος (h. Ap. 122), καλύβαι (A. R. 1, 775).
Etymology : Die Ähnlichkeit mit neugr. maked. ἀνήγατος noch nicht getragen, neu (Hoffmann Makedonen 30 f.) kann nicht zufällig sein. Ganz unsichere oder unhaltbare Vermutungen zur Etymologie bei Bq, Schwyzer 431 A. 7 und W.-Hofmann s. niger.
Page 2,313