Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νομοθέτης

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: νομοθέτης Medium diacritics: νομοθέτης Low diacritics: νομοθέτης Capitals: ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ
Transliteration A: nomothétēs Transliteration B: nomothetēs Transliteration C: nomothetis Beta Code: nomoqe/ths

English (LSJ)

ου, ὁ,

   A lawgiver, Antipho 5.15, Th.8.97, Pl. R.429c, Ep.Jac.4.12, etc.    II in pl., at Athens, a committee charged with the revision of the laws, Decr. ap. And.1.83, IG22.140.8, D.3.10, Lex ap.eund.24.21, etc.

Greek (Liddell-Scott)

νομοθέτης: -ου, (τίθημι) ὁ τιθείς νόμους, Ἀντιφῶν 131, 13, Θουκ. 8. 97, Πλάτ. Πολ. 429C, κτλ. ΙΙ. ἐν Ἀθήναις οἱ Νομοθέται ἦσαν πολυάριθμός τις ἐπιτροπὴ ἐκ δικαστῶν, εἰς οὓς ἦτο ἀνατεθειμένη ἡ ἀναθεώρησις τῶν νόμων, Ἀνδοκ. 11. 27, Δημ. 31. 11., 706. 22 κἑξ.· πρβλ. Herm. Pol. Ant. § 131. 4.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
législateur ; οἱ νομοθέται les Nomothètes, chargés de reviser la législation.
Étymologie: νόμος, τίθημι.
Par. ἄρχων.

English (Strong)

from νόμος and a derivative of τίθημι; a legislator: lawgiver.

English (Thayer)

νομοθετου, ὁ (νόμος and τίθημι, a lawgiver: Antiphon, Thucydides), Xenophon, Plato, Demosthenes, Josephus, others; the Sept. Psalm 9:21.)

Greek Monolingual

ο, θηλ. νομοθέτις (ΑΜ νομοθέτης, Α θηλ. νομοθέτις, -ιδος)
αυτός που θεσπίζει και επιβάλλει νόμους, θεσμοθέτης
νεοελλ.
πρόσωπο που θέτει τους θεμελιώδεις κανόνες μιας επιστήμης, μιας τέχνης κ.λπ. (α. «νομοθέτης της ποίησης» β. «νομοθέτης της μόδας»)
αρχ.
(ο πληθ. του αρσ.) oἱ νομοθέται
επιτροπή δικαστών στην αρχαία Αθήνα που έργο τους ήταν η αναθεώρηση τών νόμων της πόλεως.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νόμος + -θέτης (< τί-θημι), πρβλ. λογο-θέτης.

Greek Monotonic

νομοθέτης: -ου, ὁ (τίθημι
I. αυτός που θεσπίζει νόμους, σε Θουκ., Πλάτ. κ.λπ.
II. στην Αθήνα, οι Νομοθέται ήταν πολυάριθμη επιτροπή δικαστών επιφορτισμένων με την αναθεώρηση των νόμων, σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

νομοθέτης: ου ὁ законодатель Thuc., Plat. etc.: οἱ νομοθέται Dem. номотеты (выборная комиссия в Афинах по пересмотру существующих законов, в составе 501, 1001 или 1501 человека).

Middle Liddell

νομο-θέτης, ου, ὁ, τίθημι
I. a lawgiver, Thuc., Plat., etc.
II. at Athens, the Nomothetae were a committee of the dicasts charged with the revision of the laws, Dem.

Chinese

原文音譯:nomoqšthj 挪摩-貼帖士
詞類次數:名詞(1)
原文字根:律法-安置(者)
字義溯源:立法者,設立律法者;由(νόμος)=律法,分出)與(τίθημι)*=處所,設立)組成;而 (νόμος)出自(νέκρωσις)Y*=分配)
出現次數:總共(1);雅(1)
譯字彙編
1) 設立律法者(1) 雅4:12