Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οἰχνέω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: οἰχνέω Medium diacritics: οἰχνέω Low diacritics: οιχνέω Capitals: ΟΙΧΝΕΩ
Transliteration A: oichnéō Transliteration B: oichneō Transliteration C: oichneo Beta Code: oi)xne/w

English (LSJ)

   A go, come, Il.5.790,15.640 (in Iterat. οἴχνεσκον, -εσκε); of birds, Od.3.322 ; walk, i. e. live, ἀνύμφευτος αἰὲν οἰχνῶ S.El.165 (lyr.).    II like οἴχομαι, to be gone, τηλωπὸς οἰχνεῖ Id.Aj.564 ; θυραῖος οἰ. Id.El.313.    III c. acc. pers., approach, Pi.P.5.86 : c. acc. rei, Id.Fr.75.5 :—in form οἰχνεύω, Id.Fr.206 (where ἰχνεύων codd. Plu.Nic.I). (Akin to sq.)

Greek (Liddell-Scott)

οἰχνέω: πορεύομαι, ἔρχομαι, οὐδέποτε Τρῷες πρὸ πυλάων Δαρδανιάων οἴχνεσκον Ἰλ. Ε. 790, Ο. 640 (ἐν τῷ Ἰων. παρατ.)· ἐπὶ πτηνῶν, ὅθεν τέ περ οὐδ’ οἰωνοὶ αὐτόετες οἰχνεῦσιν Ὀδ. Γ. 322· περιέρχομαι, διατελῶ, ἀνύμφευτος αἰὲν οἰχνῶ Σοφ. Ἠλ. 165. ΙΙ. ὡς τὸ οἴχομαι, τηλωπὸς οἰχνεῖ ὁ αὐτ. ἐν Αἴ. 564· θυραῖος οἰ, ὁ αὐτ. ἐν Ἠλ. 313. ΙΙΙ. μετ’ αἰτ. προσ., ὡς· τὸ προσέρχομαι, Πινδ. Π. 5. 115, Ἀποσπ. 45. 5· καὶ οὕτως ὁ Ἕρμανν. (ἀντὶ τοῦ ἰχνεύων) ἐν Π. 8. 49· - Ὁ τύπος οἰχνεύω εὕρηται παρὰ τῷ αὐτῷ ἐν Ἀποσπ. 222. (Τὸ οἰχνέω ἔχει πρὸς τὸ οἴχομαι, ὡς τὸ ἱκνέομαι πρὸς το ἵκω.)

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
c. οἴχομαι.

English (Autenrieth)

(οἴχομαι), οἰχνεῦσιν, ipf. iter. οἴχνεσκον: go or come (frequently), Il. 5.790, Il. 15.640, Od. 3.322.

English (Slater)

οἰχνέω (οἰχνεῖ, -εῖτε; -έων, -έοντες.)
   a abs., walk παρὰ Λύδιον ἅρμα πεζὸς οἰχνέων (Bergk: ἰχνεύων, οἰχνεύων codd.) fr. 206.
   b (cf. ἐποίχομαι.)
   I attend upon, minister to τὸ δ' ἐλάσιππον ἔθνος ἐνδυκέως δέκονται θυσίαισιν ἄνδρες οἰχνέοντές σφε δωροφόροι (P. 5.86) οἰχνεῖ τε Σεμέλαν ἑλικάμπυκα χοροί fr. 75. 19.
   II approach θεοί, πολύβατον οἵ τ' ἄστεος ὀμφαλὸν θυόεντ ἐν ταῖς ἱεραῖς Ἀθάναις οἰχνεῖτε πανδαίδαλόν τ εὐκλἔ ἀγοράν fr. 75. 5.

Greek Monotonic

οἰχνέω: μόνο σε ενεστ. και Ιων. παρατ. οἴχνεσκον·
I. πηγαινοέρχομαι, πορεύομαι, σε Ομήρ. Οδ.· περπατώ, πορεύομαι, δηλ. ζω, σε Σοφ.
II. όπως το οἴχομαι, έχω αποχωρήσει, είμαι φευγάτος, στον ίδ.
III. με αιτ. προσ., όπως το προσέρχομαι, πλησιάζω, σε Πίνδ.

Russian (Dvoretsky)

οἰχνέω: Pind., Soph. = οἴχομαι.

Middle Liddell

οἰχνέω, only in pres. and ionic imperf. οἴχνεσκον
I. to go, come, Od.; to walk, i. e. to live, Soph.
II. like οἴχομαι, to be gone, Soph.
III. c. acc. pers., like προσέρχομαι, to approach, Pind.