Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πειθήνιος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: πειθήνιος Medium diacritics: πειθήνιος Low diacritics: πειθήνιος Capitals: ΠΕΙΘΗΝΙΟΣ
Transliteration A: peithḗnios Transliteration B: peithēnios Transliteration C: peithinios Beta Code: peiqh/nios

English (LSJ)

Dor.πειθ-άνιος [ᾱ], ον, (ἡνία)

   A obedient to the rein, of a horse, Plu.Lyc.30 : metaph., Id.2.592c: generally, obedient, γυνή M.Ant. 1.17, Hymn.Is. 101, cf. Plu.2.90b ; στράτευμα well-disciplined, Onos. 10.9 ; ψυχή Hierocl. in CA16p.456M. ; τὸ π. submissiveness, docility, Plu.2.442c. Adv. -ίως ib.102e, Ph.1.184; in Surgery, gently, Herod. Med. ap. Orib.10.18.15, Sor.1.70b, 2.10.    II Act., that makes obedient, χαλινοί Plu.2.369c ; λόγος Vett. Val.150.28.

German (Pape)

[Seite 543] dem Zügel folgsam, lenksam, vom Pferde, καὶ συνήθης, Plut. de gen. Socr. 22 u. a. Sp.; τὸ πειθήνιον, der Gehorsam, Hdn. 2, 10, 4; aber auch χαλινοί, zügelnd, lenkend, Plut. de Is. et Osir. 45; auch adv., Consol. Apoll. 4.

Greek (Liddell-Scott)

πειθήνιος: -ον, (ἀρχὴ) ὁ εἰς τὰς ἡνίας εὐπειθής, ἐπὶ ἵππου, Πλούτ. 2. 592Β· καθόλου ὑπήκοος, εὐπειθής, αὐτόθι 90Β, κτλ.· τὸ πειθήνιον, εὐπείθεια, ὑπακοή, αὐτόθι 442C. — Ἐπίρρ., -ίως, Πλούτ. 2. 102F, Σωραν. σ. 220. ΙΙ. ἐνεργ., καθιστῶν τινα εὐπειθῆ, χαλινὸς Πλούτ. 2. 369C.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 docile au frein ; τὸ πειθήνιον, obéissance;
2 qui dirige, qui conduit.
Étymologie: πείθω, ἡνία.

Greek Monolingual

-α, -ο / πειθήνιος και δωρ. τ. πειθάνιος, -ον, ΝΜΑ
(για υποζύγιο) αυτός που υπακούει, που πείθεται στα ηνία, στο χαλινάρι, αυτός που εύκολα χαλιναγωγείται («πρᾱον ἵππον καὶ πειθήνιον παρασχεῑν», Πλούτ.)
νεοελλ.
τυφλά υπάκουος, άκριτα πειθαρχικόςείναι πειθήνιο όργανο του αρχηγού του»)
αρχ.
1. πειθαρχικός, ευπειθής, υπάκουος (α. «πειθήνιος ψυχή», Ιεροκλ.
β. «πειθήνιον στράτευμα», Ονήσ.)
2. αυτός που καθιστά κάποιον πειθαρχικό (α. «πειθήνιοι χαλινοί», Ιώσ.
β. «πειθήνιος λόγος», Βεττ. Βάλ.)
3. το ουδ. ως ουσ. τὸ πειθήνιον
η ευπείθεια, η υπακοή.
επίρρ...
πειθηνίως ΝΑ
1. ευπειθώς, πειθαρχικώς, με τρόπο πειθήνιο, υπάκουο
αρχ.
(στη χειρουργική) με προσοχή, με τέχνη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. πειθ- του πείθω + -ήνιος (ἡνία), πρβλ. φιλ-ήνιος].

Russian (Dvoretsky)

πειθήνιος:
1) (о лошади) послушный (π. καὶ συνήθης Plut.);
2) заставляющий слушаться (χαλινοί Plut.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πειθήνιος -α -ον [πείθω, ἡνία] gehoorzaam aan de teugel.