Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρόπας

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: πρόπᾱς Medium diacritics: πρόπας Low diacritics: πρόπας Capitals: ΠΡΟΠΑΣ
Transliteration A: própas Transliteration B: propas Transliteration C: propas Beta Code: pro/pas

English (LSJ)

πᾱσα, πᾰν, in Hom. and Hes. mostly π. ἦμαρ

   A all day long, where πρό 'on and on' goes with the verb, Il.1.601, Od.9.161, al.; hence πρόπας becomes merely a strengthd. form of πᾶς, once in Hom., νῆας προπάσας all the ships together, Il.2.493; freq. in Trag., πρόπασα χώρα, γαῖα, A.Pr.407 (lyr.), Pers.548 (lyr.); π. δόμος Id.Ag. 1011 (lyr.); πρόπαντος χρόνου Id.Eu.898; π. στόλος, πότμος, S.OT 169 (lyr.), Ant.859 (lyr.); πρόπαντα κακὰ κακῶν Id.OC1237 (lyr.); π. γέννα E.Or.972 (lyr.); π. ἑσμός Pae.Delph.14: neut. πρόπαν as Adv., utterly, E.Ph.1504 (lyr.).

Greek (Liddell-Scott)

πρόπᾱς: -πᾱσα, -πᾰν, ἐπιτεταμένος ποιητικὸς τύπος ἀντὶ τοῦ πᾶς, παρ’ Ὁμ. καὶ Ἡσ. ἀείποτε πρόπαν ἦμαρ, ὅλην τὴν ἡμέραν, Ἰλ. Δ. 601, Ὀδ. Ι. 161, κτλ.· πλὴν ἐν Ἰλ. Β. 493, νῆας προπάσας, ἅπαντα τὰ πλοῖα ὁμοῦ· ― ὡσαύτως παρὰ τοῖς Τραγ., πρόπασα χώρα, γαῖα Αἰσχύλ. Πρ. 406, Πέρσ. 548· πρόπας δόμος ὁ αὐτ. ἐν Ἀγ. 1011· πρόπαντος χρόνου ὁ αὐτ. ἐν Εὐμ. 898· πρ. στόλος, πότμος Σοφ. Ο. Τ. 169, Ἀντ. 859 πρόπαντα κακὰ κακῶν ὁ αὐτ. ἐν Ο. Κ. 1237· πρ. γέννα Εὐρ. Ὀρ. 972· ― οὐδ. πρόπαν ὡς ἐπίρρ., ὁλοσχερῶς, Εὐρ. Φοίν. 1505.

French (Bailly abrégé)

-πασα, -παν;
tout entier ; πρόπαντες, -πασαι, -παντα, tous sans exception.
Étymologie: πρό, πᾶς.

Greek Monolingual

-πασα, -παν, Α
1. όλος, ολόκληρος (α. «πρόπαν ἦμαρ», Ομ. Ιλ.
β. «πρόπασα χώρα», Αισχύλ.)
2. (το ουδ. ως επίρρ.) πρόπαν
τελείως, ολοσχερώς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προ- + πᾶς, πᾶσα, πᾶν].

Greek Monotonic

πρόπᾱς: -πᾱσα, -πᾰν, επιτετ. ποιητ. τύπος αντί πᾶς· πρόπαν ἦμαρ, κατά τη διάρκεια όλης της ημέρας, σε Όμηρ.· νῆαςπροπάσας, όλα τα πλοία μαζί, σε Ομήρ. Ιλ.· πρόπασα χώρα, γαῖα, σε Αισχύλ.· πρόπαντος χρόνου, στον ίδ.· πρόπας στόλος, σε Σοφ.· πρόπαντα κακὰ κακῶν, στον ίδ.· ουδ. πρόπαν, ως επίρρ., σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

πρόπᾱς: πᾱσα, πᾰν [intens. к πᾶς весь с начала до конца, решительно весь (π. ἦμαρ Hom.; πρόπασα γαῖα Aesch.): πρόπαντα κακὰ κακῶν Soph. всевозможнейшие несчастья.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πρόπᾱς -ᾱσα -ᾰν [πρό, πᾶς] geheel:; πρόπαν ἦμαρ de gehele dag Od. 9.161; plur. alle(n) tezamen; n. adv. πρόπαν geheel en al:. πρόπαν ὤλεσε zij verwoestte geheel en al Eur. Phoen. 1504 ( lyr. ).

Middle Liddell

[strengthd. poet. form for πᾶς]
πρόπαν ἦμαρ all day long, Hom.; νῆας προπάσας all the ships together, Il.; πρόπασα χώρα, γαῖα Aesch.; πρόπαντος χρόνου Aesch.; πρ. στόλος Soph.; πρόπαντα κακὰ κακῶν Soph.: neut. πρόπαν, as adv., Eur.