Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκοτώδης

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: σκοτώδης Medium diacritics: σκοτώδης Low diacritics: σκοτώδης Capitals: ΣΚΟΤΩΔΗΣ
Transliteration A: skotṓdēs Transliteration B: skotōdēs Transliteration C: skotodis Beta Code: skotw/dhs

English (LSJ)

ες,

   A dark, Pl.Phd.81b, R.518c.    2 obscure, Id.Cra.412b (Comp.).    II dizzy, Hp.Prorrh.1.71; τὰ -ώδεα περὶ τὰς ὄψιας Id.Epid.1.12; νόσος σ. vertigo, Nic.Dam.Fr.130.23J.

German (Pape)

[Seite 906] ες, zsgzgn = σκοτοειδής, Ggstz φανός, Plat. Rep. VII, 518 c; σκοτωδέστερον τοῦτο καὶ ξενικώτερον, Crat. 412 b, u. öfter; bei Hippocr. auch = schwindlig.

Greek (Liddell-Scott)

σκοτώδης: -ες, συνῃρ. ἀντὶ σκοτοειδής, σκοτεινός, μαῦρος, Πλάτ. Φαίδων 81Β, Πολ. 518C. 2) ἀσαφής, ὁ αὐτ. ἐν Κρατ. 412Β. ΙΙ. σκοτοδινιῶν, Ἱππ. 72F· τὰ σκ. = σκοτοδινία, ὁ αὐτ. ἐν Ἐπιδημ. τὸ Α΄, 948, πρβλ. 948Η.

French (Bailly abrégé)

ης, ες :
ténébreux, sombre, obscur.
Étymologie: σκότος, -ωδης.

Greek Monolingual

-ῶδες, Α σκότος
1. σκοτεινός, σκοτοειδής
2. ασαφής («σκοτωδέστερον δὲ τοῦτο καὶ ξενικώτερον», Πλάτ.)
3. αυτός που πάσχει από σκοτοδινία, που παθαίνει ιλίγγους
4. το ουδ. ως ουσ. τὸ σκοτῶδες
σκοτεινότητα, σκοτεινιά («ξὺν ὅλῳ τῷ σώματι στρέφειν πρὸς τὸ φανὸν ἐκ τοῦ σκοτώδους», Πλάτ.)
5. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ σκοτώδεα
η σκοτοδινία
6. φρ. «σκοτώδης νόσος» — σκοτοδίνη, ίλιγγος.

Greek Monotonic

σκοτώδης: -ες, συνηρ. αντί σκοτοειδής, σκοτεινός, ζαλισμένος, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

σκοτώδης: темный (σ. καὶ ἀειδής Plat.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σκοτώδης -ες [σκότος] comp. –έστερος donker, duister; subst..; ἐκ τοῦ σκοτώδους uit het donker Plat. Resp. 518c; ook overdr.. σκοτωδέστερον … τοῦτο καὶ ξενικώτερον dat (woord) is nogal obscuur en exotisch Plat. Crat. 412b. geneesk. lijdend aan duizeligheid. Hp.

Middle Liddell

σκοτ-ώδης, ες [contr. for σκοτοειδής
dark, Plat.