συναγωγεύς
τούτων γάρ ὄνομα μόνον κοινόν, ὁ δέ κατά τοὔνομα λόγος τῆς οὐσίας ἕτερος → though they have a common name, the definition corresponding with the name differs for each (Aristotle, Categoriae 1a3-4)
English (LSJ)
-έως, ὁ,
A one who brings together, assembler, τῶν πολιτῶν Lys.12.43, cf. Luc.Peregr.11; convener of a σύνοδος, Durrbach Choix d'inscr. de Délos 162 (i B.C.), OGI573.10 (Cilicia, i A.D.), Supp.Epigr. 1.330B3 (Istros, ii A.D.); λόγος σ. τῆς τῶν ἀνθρώπων ἀγέλης Max.Tyr. 7.3.
II one who unites, ἔρως τῆς ἀρχαίας φύσεως συναγωγεύς Pl.Smp. 191d; matchmaker, ὁ τοῦ γάμου συναγωγεύς Lib.Ep.1488.1.
III οἱ συναγωγέες the sphincter ani muscles, Hp.Oss.14.
German (Pape)
[Seite 996] ὁ, der Zusammenführer, Verbinder; Hippocr.; Plat. Conv. 191 b; πολιτῶν Lys. 12, 43.
French (Bailly abrégé)
έως (ὁ) :
qui rassemble.
Étymologie: συνάγω.
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
συνᾰγωγεύς -έως, ὁ [συνάγω] bijeenroeper (van de burgers); samenbrenger. Plat. Smp. 191d.
Russian (Dvoretsky)
συνᾰγωγεύς: έως ὁ
1 соединитель, объединитель (τῆς ἀρχαία; φύσεως Plat.);
2 собиратель, устроитель, тж. агитатор (συναγωγεῖς τῶν πολιτῶν Lys.; θιασάρχης καὶ ξ. Luc.).
Greek Monolingual
-έως, ὁ, ΜΑ
1. αυτός που συνάγει, που συγκεντρώνει
2. συνωμότης
αρχ.
1. αυτός που συγκαλεί συνέδριο
2. αυτός που συνδέει, που ενώνει («ἔστι δὴ οῦν εἰς τόσον ὁ ἔρως ἔμφυτος ἀλλήλων τοῖς ἀνθρώποις καὶ τῆς ἀρχαίας φύσεως συναγωγεύς», Πλάτ.)
3. αυτός που βοηθά στη σύναψη αθέμιτου δεσμού ή ο προξενητής
4. στον πληθ. οἱ συναγωγέες
οι συσταλτικοί μύες του σώματος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συναγωγός / συναγωγή + επίθημα -εύς (πρβλ. παραγωγεύς)].
Greek Monotonic
συνᾰγωγεύς: ὁ,
I. αυτός που οδηγεί στο ίδιο σημείο, αυτός που συγκαλεί, αυτός που συναθροίζει, σε Λυσ.
II. αυτός που συνδέει, σε Πλάτ.
Greek (Liddell-Scott)
συνᾰγωγεύς: ὁ, ὁ συνάγων ἐπὶ τὸ αὐτό, ὁ συναθροίζων, τῶν πολιτῶν Λυσί. 124. 13, πρβλ. Λουκ. Περεγρ. 11· λόγος σ. τῶν ἀνθρώπων Μάξ. Τύρ. 7. 3. ΙΙ. ὁ ἑνώνων, συνδέων, συνάπτων, ἔρως τῆς ἀρχαίας φύσεως ξ. Πλάτ. Συμπ. 191D· τῆς φιλίας Γρηγ. Νύσσ. ΙΙΙ. οἱ συναγωγέες, οἱ συστελλόμενοι μύες, Ἱππ. 278. 35.
Middle Liddell
συνᾰγωγεύς, έως, ὁ, [from συνάγω
I. one who brings together, a convener, Lys.
II. one who unites, Plat.