Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ταλαεργός

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: τᾰλᾰεργός Medium diacritics: ταλαεργός Low diacritics: ταλαεργός Capitals: ΤΑΛΑΕΡΓΟΣ
Transliteration A: talaergós Transliteration B: talaergos Transliteration C: talaergos Beta Code: talaergo/s

English (LSJ)

όν, (Τλάω, Φέργον, cf. ταλαύρινος)

   A bearing or enduring labour, of mules, Il.23.654,662, Od.4.636, Hes.Op.46, al.; of Heracles, Theoc.13.19; laborious, πόνος Opp.H.5.50.

German (Pape)

[Seite 1064] Arbeit ertragend, ausdauernd beim Werk od. bei der Arbeit; ἡμίονος, Il. 23, 654. 661 Od. 4, 636. 21, 23; Hes. u. sp. D., wie αὐχὴν ταύρων Mosch. ep. (Plan. 200). Bei Theocr. 13, 19 auch vom Herakles, der Viel ausgehalten, gearbeitet hat; πόνος, mühsam, Opp. Hal. 5, 20.

Greek (Liddell-Scott)

ταλαεργός: -όν, (-ταλα- (ἐκ τοῦ *τλάω) καὶ ϝέργον, πρβλ. ταλαύρινος) τλητικός, τλῆναι δυνάμενος πρὸς πᾶν ἔργον, ὑπομένειν τοὺς κόπους, ὑπομονητικός, καρτερικός, ἐργατικός, ἐπὶ τῶν ἡμιόνων, Ἰλ. Ψ. 654, 662, Ὀδ. Δ. 636, καὶ Ἡσ.· ὡσαύτως ἐπὶ τοῦ Ἡρακλέους, ὡς τὸ πολύτλας, Θεόκρ. 13. 19· κοπώδης, πόνος Ὀππ. Ἁλ. 5. 50.

French (Bailly abrégé)

ός, όν :
qui supporte le travail, endurci au travail, infatigable.
Étymologie: p. *ταλαϜεργός, de τλάω, ἔργον.

English (Autenrieth)

(τλῆναι, ϝέργον): enduring labor, patient, drudging, epith. of mules.

Greek Monolingual

-όν, Α
1. (ιδίως για υποζύγιο) φιλόπονος και καρτερικός
2. επίπονος
3. (για τον Ηρακλή) αυτός που έχει κουραστεί και ταλαιπωρηθεί πολύ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ταλα- (βλ. λ. τάλας) + -εργός (< ἔργον), πρβλ. ταχυ-εργός].

Greek Monotonic

τᾰλαεργός: -όν (*τλάω, Ϝέργον), αυτός που αντέχει, υπομένει κάθε εργασία, που υπομένει τους κόπους, υπομονετικός, καρτερικός, εργατικός, λέγεται για τα μουλάρια, σε Όμηρ., Ησίοδ.· λέγεται για τον Ηρακλή, σε Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

τᾰλᾰεργός:
1) трудолюбивый, выносливый в работе (ἡμίονος Hom., Her.);
2) неутомимый в трудах, много потрудившийся (Ἀλκμήνας υἱός Theocr.).

Middle Liddell

τᾰλα-εργός, όν [*τλάω, ϝέργον]
enduring labour, drudging, of mules, Hom., Hes.; of Hercules, Theocr.