Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φράγνυμι

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: φράγνῡμι Medium diacritics: φράγνυμι Low diacritics: φράγνυμι Capitals: ΦΡΑΓΝΥΜΙ
Transliteration A: phrágnymi Transliteration B: phragnymi Transliteration C: fragnymi Beta Code: fra/gnumi

English (LSJ)

   A = φράσσω, κελεύθους φράγνῠτε AP7.391 (Bass.Loll.); ὁδοὺς φραγνύντες J.AJ18.9.1:—Med., Ar.Fr.367, Plu.Phoc.11, Caes. 24, Sert.21.

German (Pape)

[Seite 1302] seltnere Nebenform von φράσσω, bes. bei Dichtern; φράγνυτε κελεύθους Bass. 10 (VII, 391); auch in späterer Prosa, wie Plut. Caes. 24.

Greek (Liddell-Scott)

φράγνῠμι: φράσσω, κελεύθους φράγνῠτε Ἀνθ. Παλ. 7. 391, πρβλ. Πλουτ. Καίσ. 24, Σερτώρ. 21, κλπ. ― Μέσ., Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 336, Πλουτ. Φωκ. 11. πρβλ, ἀποφράγνυμι.

French (Bailly abrégé)

c. φράσσω.

Greek Monolingual

και φάργνυμι Α
βλ. φράζω (II).

Greek Monotonic

φράγνῡμι: = φράσσω, σε Ανθ., Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

φράγνῡμι: тж. med.
1) огораживать, укреплять (τὸ στρατόπεδον Plut.);
2) переграждать, заграждать (τὰ Πυρηναῖα ὄρη Plut.; Ἀΐδαο κελεύθους Anth.).