Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φράσις

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: φράσις Medium diacritics: φράσις Low diacritics: φράσις Capitals: ΦΡΑΣΙΣ
Transliteration A: phrásis Transliteration B: phrasis Transliteration C: frasis Beta Code: fra/sis

English (LSJ)

[ᾰ], εως, ἡ,

   A speech, εἰς τὴν Ἑλλάδαφ. cj. in Ael.VH9.16.    II way of speaking, expression, ἀσαφὴς γὰρ ἦν ἐν τῇ φ. τῶν πραγμάτων Ar. Ra.1122; δεινὸς περὶ τὴν φ. Arist.Fr.70; τάχος καὶ ὀξύτης τῆς φ. Plu.Cat.Ma.12; style, φ. ποιητική, τραγική, ἱστορική, Str.1.2.6; τὸν χαρακτῆρα τῆς φ. Sor. Vit.Hippocr.13; φ. κυρία, τροπική, D.H.Th. 22; φ. ἀγκυλωτέρα, φ. ἀσυνήθης, ib.25,54; φ. ὑψηλή Id.Comp.18; φ. ἀφελὴς καὶ ἀποίητος Id.Pomp.2: pl., Phld.Rh.1.161 S.; expressiveness, τῶν ὀνομάτων interpol. in D.H.Pomp.3; ἡ γενναία φ. noble diction, Longin.8.1; opp. εὕρεσις, τάξις, Stoic.2.96; ἡ τοῦ λόγου νόγσις ἥ τε φ. Longin.30.1.    2 expression, idiom, phrase, Ἀττικὴ ἡ φ. Sch. Ar.Nu.488.    3 text, Asp. in EN4.12.

German (Pape)

[Seite 1303] ἡ, 1) das Reden, Sprechen, die Sprache, Plut. – 2) die Redensart, ἀττική Greg. Cor. p. 6. – 3) der Ausdruck durch die Sprache, Plut. Cat. mai. 12 u. D. Hal. oft.

Greek (Liddell-Scott)

φράσις: ὁ ἀγκών… ὅς ἀπεργμένος ῥέει, πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ: ὁ βραχίων ὅστις σχηματίζεται ἀποφραττομένου τοῦ ὕδατος. ΙΙ. χωριζω, ὅθι κληΐς ἀποέργει αὐχένα τε στῆθός τε Ἰλ. Θ. 325· καὶ οὕτω, χρησιμεύω ὡς ὅριον, περιβάλλω, ἐπὶ θαλασσῶν, ποταμῶν κλ., ὁ Ἅλυς ἔνθεν μὲν Καππαδόκας ἀπέργει, ἐξ εὐωνύμου δὲ Παφλαγόνας Ἡρόδ. 1. 72· πρὸς βορέην ἄνεμον ὁ Κεραμεικὸς κόλπος ἀπέργει αὐτόθ: 174, πρβλ. 204., 2. 99., 4. 55. 2) ἐπὶ ἀνθρώπων ὁδοιπορούντων, ἐπορεύετο, ἐν ἀριστερῇ μὲν ἀπέργων Ροίτειον πόλιν κλπ., ἔχων τὸ Ροίτειον πρὸς ἀριστερά, Ἡρόδ. 7. 43· ἐκ δεξιῆς χειρὸς τὸ Πάγγαιον οὖρος ἀπ. αὐτόθι 112, πρβλ. 109., 8. 35. ΙΙΙ. κατακλείω, περιορίζω, ἐντὸς ἀπ. ὁ αὐτ. 3. 116· ἀπεργμένος ἐν τῇ ἀκροπόλει ὁ αὐτ. 1. 154. πρβλ. 5. 6, 4· τοὺς ἐν τῷ ἱρῷ ἀπεργμένους ὁ αὐτ. 6. 79.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
1 action d’exprimer par la parole, élocution, langage;
2 discours.
Étymologie: φράζω.

Greek Monolingual

-εως η, ΝΜΑ
(λόγιος τ.) βλ. φράση.

Greek Monotonic

φράσις: [ᾰ], -εως, ἡ, ομιλία, προφορά, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

φράσις: εως (ᾰ) ἡ способ выражения, слог, стиль Arst.: ἡ ὀξύτης τῆς φράσεως Plut. яркость слога.

Middle Liddell

φρά˘σις, εως,
speech; enunciation, Plut.