Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βραχίων

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: βρᾰχίων Medium diacritics: βραχίων Low diacritics: βραχίων Capitals: ΒΡΑΧΙΩΝ
Transliteration A: brachíōn Transliteration B: brachiōn Transliteration C: vrachion Beta Code: braxi/wn

English (LSJ)

[ῑ], ονος, ὁ,

   A arm (opp. πῆχυς, Pl.Ti.75a, but = πῆχυς, Arist.MA698b2), Il.13.529, Hdt.5.12, X.Eq.12.5, Arist.HA493b26, etc.; πρυμνὸς βραχίων the shoulder, Il.13.532, 16.323; also, shoulder of beasts, ib.594b13:—Poet. as a symbol of strength, ἐκ βραχιόνων by force of arm, E.Supp.478.
βρᾰχίων [Ion. ῐ, Att. ῑ], βράχιστος, Comp. and Sup. of βραχύς.

German (Pape)

[Seite 461] ονος, ὁ, der Arm, Hom. Iliad. 12, 389. 13, 529. 16, 510 Odyss. 18, 69; πρυμνὸς βραχίων, der Theil des Arms, welcher der Schulter zunächst ist, Iliad. 16, 323. 13, 532; – Eur. Hec. 15; Plat. Tim. 75 a; – auch von Thieren, = die Schulter, Ar. H. A. 8, 5.

Greek (Liddell-Scott)

βρᾰχίων: [ῑ], ονος, ὁ, τὸ ἀπὸ τοῦ ὤμου μέχρι τοῦ ἀγκῶνος μέρος τῆς χειρός, Λατ. brachium, ἀντίθετον τῷ πῆχυς, Ἰλ. Ν. 529 κ. ἀλλ., πρβλ. Ξεν. Ἱππ. 12, 5· πρυμνὸς βραχίων, ὁ ὦμος, Ἰλ. Ν. 532, Π. 323· πρβλ. Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 1. 15, 3· ὡσαύτως, ἡ ὠμοπλάτη τῶν ζῴων, αὐτόθι 8. 5, 4· -παρὰ ποιηταῖς ὡς σύμβολον ἰσχύος, ἐκ βραχιόνων, διὰ τῆς δυνάμεως τῆς ἀνθρωπίνης, Εὐρ. Ἱκέτ. 478· ἀλλὰ σπάν. παρὰ Τραγ. (Ἡ ἀρχὴ ἄγνωστος).

French (Bailly abrégé)

ονος (ὁ) :
bras ; πρυμνὸς βραχίων IL le haut du bras, l’épaule.
Étymologie: DELG pas de mot. i.-e. du bras ; selon Pollux, qu’on peut admettre, Cp. de βραχύς.

English (Autenrieth)

ονος: arm; πρυμνός, upper arm, shoulder.

Spanish (DGE)

(βρᾰχίων) -ονος, ὁ

• Prosodia: [-ῑ-]
I 1brazo en su totalidad δουρὶ βραχίονα τύψεν Il.13.529, ἐξέρυξε πρυμνοῖο βραχίονος ἔγχος Il.13.532, cf. 16.323, Hippon.129c, A.Supp.747, τὴν ἀδελφεὴν ... ἐκ τοῦ βραχίονος ἵππον ἐπέλκουσαν Hdt.5.12, βραχίονας περιτάμνονται Hdt.4.71, σφριγῶντ' ἀμείψῃ μῦθον ἐκ βραχιόνων E.Supp.478, τὸν βραχίονα στίζει Call.Fr.203.56, μέχρι βραχιόνων X.Eph.1.2.6, βραχίονος φλεβοτομία Gal.17(2).67, β. ἀριστερός Hp.Epid.1.26.13, PAmh.112.8 (II d.C.), PRyl.179.6 (II d.C.), Vett.Val.9.20, PLond.113.11b.2 (VI/VII d.C.), σκαιός β. Call.Fr.534, β. δεξιός Hp.Aër.17, PSI 1057.6 (I d.C.)
fig. vigor del brazo νέοι βραχίοσιν E.Supp.738
bíblico ref. al poder de Dios ἐν βραχίονι ὑψηλῷ LXX Ex.6.1, ὤμοσεν κύριος κατὰ τοῦ βραχίονος αὐτοῦ LXX Ie.28.14, de Jerusalén ἔνδυσαι τὴν ἰσχὺν τοῦ βραχίονος σοῦ LXX Is.51.9, cf. 44.12, Thd.Is.51.5, θεοῦ β. Nonn.Par.Eu.Io.12.38.
2 de animales pata delantera, brazuelo Arist.HA 594b13.
II op. πῆχυς
1 parte superior del brazo τὰ τῶν βραχιόνων ὀστᾶ καὶ τὰ τῶν πήχεων Pl.Ti.75a, τόν τε γὰρ ὦμον σκεπάζει καὶ τὸν βραχίονα καὶ τὸν πῆχυν X.Eq.12.5, ἠρεμεῖ ... τοῦ βραχίονος κινουμένου τὸ ὠλέκρανον Arist.MA 698b2.
2 anat. húmero ἄρθρον τοῦ βραχίονος articulación del húmero Hp.Fract.37, τοῦ βραχίονος τὸ γιγγλυμοειδές la forma de bisagra del húmero Hp.Fract.2, τὸ τοῦ βραχίονος ἐξέχον Hp.Fract.42, τοῦ βραχίονος κεφαλή cabeza del húmero Hp.Fract.3, τὸ κοῖλον τοῦ βραχίονος la cavidad del húmero Hp.Fract.41.
III op. ὦμος antebrazo γυμνοὶ ἐπλάζοντο βραχίονες εὔνιδες ὤμων Emp.B 57.2, κεκαυμένους τούς τε ὤμους καὶ τοὺς βραχίονας Hp.Aër.20.
IV βραχιόνα· τὸν τράχηλον Hsch.

• Etimología: Tradicionalmente, desde Poll.2.138, se admite que es el compar. de βραχύς q.u. Pero quizá habría que ver en el elemento -ῑον- un suf. que se encuentra en palabras como κυλλοποδίων, Ὑπερίων y que procede de -ῑ-Ϝον-.

English (Abbott-Smith)

βραχίων, -ὀνος, ὁ, [in LXX, β. Κυρίου, freq. for זְרוֹעַ יהוָֹה;]
the arm; as in OT, β. Κυρίου, metaph., for the Divine power: Lk 1:51, Jo 12:38 (LXX), Ac 13:17.†

English (Strong)

properly, comparative of βραχύς, but apparently in the sense of brasso (to wield); the arm, i.e. (figuratively) strength: arm.

English (Thayer)

βραχίονος, ὁ (from Homer down), the arm: the βραχίων of God is spoken of Hebraistically for the might, the power of God, Acts 13:17.

Greek Monolingual

(I)
ο
βλ. βραχίονας.
(II)
βραχίων, -ον (Α)
συγκριτικός του βραχύς.

Greek Monotonic

βρᾰχίων: [ῑ], -ονος, ὁ, βραχίονας, μπράτσο, Λατ. brachium, σε Ομήρ. Ιλ.· πρυμνὸς βραχίων, ώμος, στο ίδ. (αμφίβ. προέλ.).
• βρᾰχίων: (Ιων. ῐ, Αττ. ῑ), βράχιστος, συγκρ. και υπερθ. του βραχύς.

Russian (Dvoretsky)

βρᾰχίων: II compar. к βραχύς.
ονος (ῑ) ὁ
1) предплечье, рука Hom., Eur., Plat., Arst.: πρυμνὸς β. Hom. плечо;
2) (у животных) переднее предплечье, тж. передняя нога или лапа Arst.

Etymological

-ονος
Grammatical information: m.
Meaning: upper arm as opposed to πῆχυς (Il.).
Derivatives: βραχιόνιον armlet (Delos IIa), βραχιονιστήρ id. (Plu.); Chantr. Form. 327f.; βραχιάλιον, -άριον (Sm.), βραχιόλιον (Alex. Trall.) from Lat. bracchiale, bracchiolum.
Origin: GR [a formation built with Greek elements]X [probably]
Etymology: Acc. to Pollux 2, 138 ὅτι ἐστὶ τοῦ πήχεως βραχύτερος; cf. Bechtel Lex. s. v. Objections by Seiler, Steigerungsformen 42f. Ruijgh Ninos 9 (1968) 147f assumes the suffix in Κυλλοποδὶων. - LW [loanword] lat. bracchium, from which Welsh braich etc.

Middle Liddell

[deriv. uncertain]
the arm, Lat. brachium, Il.; πρυμνὸς βραχίων the shoulder, Il.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βραχίων, Att. ῑ, Ion. ῐ, comp. van βραχύς.