Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φυράω

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: φυράω Medium diacritics: φυράω Low diacritics: φυράω Capitals: ΦΥΡΑΩ
Transliteration A: phyráō Transliteration B: phyraō Transliteration C: fyrao Beta Code: fura/w

English (LSJ)

3pl.

   A φυρῶσι Hdt.2.36: fut. -άσω [ᾱ] A.Th.48: aor. ἐφύρᾱσα Pl.Ti.73e, Ion. -ησα Hp.Fist.10: pf. πεφύρᾱκα Cic.Att.6.4.3, 6.5.1:—Med., aor. ἐφυρᾱσάμην Ar.Nu.979 (anap.); Ion. -ησάμην Nic.Th.932:—Pass., aor. ἐφυράθην [ᾱ] Pl. Tht.147c, APl.4.191 (Nicaen.); Ion. -ήθην AP7.748 (Antip.Sid.): pf. πεφύραμαι, Ion. -ημαι (v. infr.):—lengthd. form of φύρω (but almost limited to the sense of mixing flour and similar substances), φ. τὸ σταῖς τοῖσι ποσί Hdt. l.c.; οἴνῳ φυρήσας Hp. l.c., cf. PHolm.4.9; εἰς ὕδωρ φ. ib.6.18; φ. μετὰ ὑδραργύρου ib.4.35; μᾶζαν φ. Hp. Vict.2.40; οἱ φυρῶντες bread-kneaders, X.HG7.2.22; γῆν τήνδε φυράσειν φόνῳ to make earth into a bloody paste, A. l.c.; γῆν . . ἐφύρασε καὶ ἔδευσε μυελῷ Pl.Ti.73e: Pass., ἄρτος πολλῷ ὕδατι πεφυρημένος Hp.VM14; ἰσχυρῶς πεφ. ibid.; οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ ἄλφιτα πεφυραμένα (v.l. πεφυρμένα) Th.3.49; γῆ ὑγρῷ φυραθεῖσα πηλὸς ἂν εἴη Pl.Tht. 147c.    2 metaph., μαλακὴν φυρασάμενος τὴν φωνὴν πρὸς τὸν ἐραστὴν ἐβάδιζεν making one's voice supple, i.e. soft, towards one's lover, Ar. l.c.; πολέεσσι πεφύρησαι χαλεποῖσι, θυμέ art confounded by . . Philet.7.1; πεφυρακέναι τὰς ψήφους to have cooked the accounts, Cic. Il. cc.

German (Pape)

[Seite 1316] (verlängerte Form von φύρω, die bes. im fut. u. den folgdn Zeiten vorherrscht), mischen, vermischen; γῆ ὑγρῷ φυραθεῖσα Plat. Theaet. 147 c; zusammenrühren, kneten, Her. 2, 36; ἄλφιτα πεφυραμένα Thuc. 3, 49; mengen, u. übertr., verwirren; μαλακὴν φωνὴν πρὸς τοὺς ἐραστὰς φυράσασθαι, eine zärtliche Stimme gegen die Liebhaber annehmen, Ar. Nubb. 966; πεφύρησαι χαλεποῖς Philetas 8; verunreinigen, γῆν θανόντες τήνδε φυράσειν φόνῳ Aesch. Spt. 48.

Greek (Liddell-Scott)

φῡράω: γ΄ πληθ. φυρῶσι παρ’ Ἡροδότῳ 2. 36· ― μέλλ. -άσω [ᾱ] Αἰσχύλ. Θήβ. 48· ― ἀόρ. ἐφύρᾱσα Πλάτ. Τίμ. 73Ε, Ἰωνικ. -ησα Ἱππ.· ― Μέσ., ἀόρ. ἐφυρᾱσάμην Ἀριστοφ. Νεφ. 979· Ἰων. -ησάμην, Νικ. Θηρ. 932. ― Παθ., ἀόρ. ἐφυράθην [ᾱ] Ἀνθ. Πλαν. 191, Πλάτ. Θεαίτ. 147C· Ἰων. -ήθην, Ἀνθολ. Παλατ. 7. 748· πρκμ. πεφύρημαι, ἴδε ἀνωτ. Ἐκτεταμένος τύπος τοῦ φύρω, ἀλλὰ σχεδὸν περιορισθεὶς εἰς τὴν σημασίαν τοῦ μιγνύναι ἄλευρον μετὰ ὕδατος εἰς ἀποτέλεσιν φυράματος ἢ «ζυμαριοῦ», φ. τὸ σταῖς τοῖς ποσὶ Ἡρόδ. 3. 36· οἴνῳ φυρήσας Ἱππ. 890D· μᾶζαν φ. ὁ αὐτ. 355. 36 οἱ φυρῶντες, οἱ ζυμώνοντες τὸν ἄρτον, Ξεν. Ἑλλ. 7. 2, 22· γῆν τήνδε φυράσειν φόνῳ, νὰ ἀναμίξωσι τὴν γῆν ταύτην μετὰ αἵματος εἰς ἓν αἱματηρὸν φύραμα, Αἰσχύλ. Θήβ. 48· γῆν... ἐφύρασε καὶ ἔδευσε μυελῷ Πλάτ. Τίμ. 73Ε. ― Παθ., πολλῷ ὕδατι πεφυρημένος Ἱππ. περὶ Ἀρχ. Ἰητρ. 13· οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ πεφυραμένα ἄλφιτα Θουκ. 3. 49· γῆ ὑγρῷ φυραθεῖσα πηλὸς ἂν εἴη Πλάτ. Θεαίτ. 147C 2) μεταφ., μαλακὴν φωνὴν πρὸς τοὺς ἐραστὰς φυράσασθαι Ἀριστοφ. Νεφ. 979· πεφύρησαι χαλεποῖσι Φιλητ. 8.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
f. φυράσω, ao. ἐφύρασα, pf. inus.
Pass. f. inus., ao. ἐφυράθην, pf. πεφύραμαι;
1 délayer, détremper : φυρᾶν γῆν φόνῳ ESCHL tremper la terre de sang;
2 pétrir : ἄλφιτα ἐλαίῳ καὶ οἴνῳ THC de la farine avec de l’huile et du vin;
Moy. φυράομαι-ῶμαι délayer pour soi ; fig. μαλακὴν φωνὴν φυρήσασθαι AR mouiller et amollir sa voix.
Étymologie: φύρω.

Spanish

mezclar

Greek Monotonic

φῡράω: [ῡ], μέλ. -άσω [ᾱ], αόρ. αʹ ἐφύρᾱσα — Παθ., αόρ. αʹ ἐφυράθην [ᾱ], Ιων. -ήθην, παρακ. πεφύρημαι· (φύρω
1. ανακατεύω αλεύρι ή κριθάρι έτσι ώστε να φτιάξω ζυμάρι, ζυμώνω, σε Ηρόδ., Ξεν.· γῆν φυράσειν φόνῳ, κάνω τη γη έναν αιματηρό πολτό, σε Αισχύλ. — Παθ., οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ πεφυραμένα ἄλφιτα, σε Θουκ.
2. μεταφ., μαλακὴν φωνὴν φυρασάμενος, βγάζω μια μαλακή φωνή, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

φῡράω: смешивать, месить, разминать (τὸ σταῖς Her.; μᾶζαν Xen.; πηλόν Plut.): οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ ἄλφιτα πεφυραμένα Thuc. тесто, замешенное на вине и масле; οἱ φυρῶντες Xen. месильщики; τὴν γῆν φυράσειν φόνῳ Aesch. превратить землю в кровавое месиво; μαλακὴν φυρασάμενος τὴν φωνήν Arph. придав своему голосу мягкость и нежность - см. тж. φύρω.

Middle Liddell

φῡ¯ράω, fut. -άσω φύρω
1. to mix flour or meal so as to make it into dough, to knead, Hdt., Xen.; γῆν φυράσειν φόνῳ to make earth into a bloody paste, Aesch.:—Pass., οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ πεφυραμένα ἄλφιτα Thuc.
2. metaph., μαλακὴν φωνὴν φυράσασθαι to make up a soft voice, Ar.