Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χρεωφειλέτης

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: χρεωφειλέτης Medium diacritics: χρεωφειλέτης Low diacritics: χρεωφειλέτης Capitals: ΧΡΕΩΦΕΙΛΕΤΗΣ
Transliteration A: chreōpheilétēs Transliteration B: chreōpheiletēs Transliteration C: chreofeiletis Beta Code: xrewfeile/ths

English (LSJ)

ου, ὁ,

   A debtor, Aen.Tact.5.2, D.S.32.26, Ev.Luc.7.41: c. gen. pers., ib.16.5, Cic.Att.7.8.5: c. gen. rei, Plu.Caes.5: metaph., opp. εὐεργέτης, Id.Galb.8. (Spelt χρεοφιλ- in SIG742.53 (Ephes., i B. C.), cf. LXXJb.31.37.)

German (Pape)

[Seite 1372] ὁ, der Schuldner, der Verschuldete, Schol. Ar. Nubb. 241; s. Lob. Phryn. 691.

Greek (Liddell-Scott)

χρεωφειλέτης: -ου, ὁ, χρεώστης, ὀφείλων χρέη, Εὐαγγ. κατὰ Λουκ. ζ΄, 41· μετὰ γεν. προσ., αὐτόθι ις΄, 5, Κικ. πρὸς Ἀττικ. 7. 8· μετὰ γεν. πράγμ., Πλουτ. Καῖσ. 5· μεταφ., ἀντίθετον τῷ εὐεργέτης ὁ αὐτ. ἐν Γάλβ. 8· ― ἐν τοῖς Ἀντιγράφοις ἐνίοτε χρεοφ-, ἴδε Λοβέκ. εἰς Φρύν. 691.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
débiteur.
Étymologie: χρέος, ὀφείλω.

English (Strong)

from a derivative of χράω and ὀφειλέτης; a loan-ower, i.e. indebted person: debtor.

English (Thayer)

(L T Tr WH χρεοφειλέτης; cf. Lob. ad Phryn., p. 691; Winer s Grammar, § 5,1d. 13; (WH s Appendix, p. 152{b}; Tdf. Proleg., p. 89; T (?; see as above) WH χρεωφιλετης, cf. WH's Appendix, p. 154{b} (see Iota))), χρεωφειλετου, ὁ (χρέος or χρέως, a loan, a debt, and ὀφειλέτης, which see), a debtor: Aesop fab. 289 (edited by Coray, 11th Halm edition); several times in Plutarch; (also in Diodorus, Dionysius Halicarnassus; see Sophocles' Lexicon, under the word).)

Greek Monolingual

και χρεοφειλέτης, ο, ΝΑ
πρόσωπο που έχει χρηματικές οφειλές, χρεώστης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χρέος/ χρεῖος + ὀφειλέτης. Το -ω- του τ. οφείλεται σε έκταση λόγω συνθέσεως].

Greek Monotonic

χρεωφειλέτης: -ου, ὁ (ὀφείλω), οφειλέτης, χρεωμένος, σε Καινή Διαθήκη, Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

χρεωφειλέτης: ου ὁ должник (χιλίων καὶ τριακοσίων ταλάντων Plut.; δύο χρεωφειλέται ἦσαν δανειστῇ τινι NT).

Middle Liddell

χρε-ωφειλέτης, ου, ὁ, ὀφείλω
a debtor, one in debt, NTest., Plut.

Chinese

原文音譯:crewfeilšthj 赫雷-哦費累帖士
詞類次數:名詞(2)
原文字根:用-欠(者)
字義溯源:債務人,欠債的;由(κίχρημι / χράω)*=借)與(ὀφειλέτης)=欠債者)組成,而 (ὀφειλέτης)出自(ὀφείλω)*=欠債)。參讀 (ἁμαρτωλός)同義字
出現次數:總共(2);路(2)
譯字彙編
1) 欠⋯債的(1) 路16:5;
2) 欠債的(1) 路7:41