Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χρεῖος

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: χρεῖος Medium diacritics: χρεῖος Low diacritics: χρείος Capitals: ΧΡΕΙΟΣ
Transliteration A: chreîos Transliteration B: chreios Transliteration C: chreios Beta Code: xrei=os

English (LSJ)

τό, Ep. for χρέος, q. v.
χρεῖος, ον, (χρή)

   A needing, in want of, νῦν γὰρ εἶ χ. φίλων E.HF 1337; πάντων . . χρεῖοι ib.51: abs., needy, poor, χρεῖος εἶ, ξένη, φυγάς A.Supp.202; χ. ὢν οὐδὲν σθένει E.Fr.142; also in later Prose, ἄνθρωποι χ. τροφῆς D.Chr.32.9; λουτροῦ χρεῖός ἐστιν Luc.Am.42, cf. Ph.2.98, etc., v. Moeris p.415P., Thom.Mag. p.400R.    II useful, ἀνὴρ εἰς οὐδὲν χ. Anon. ap. Eust.218.8; χρεῖον οὐκ ἔχων ἀγωγῆς τοῦτον τὸν τρόπον holding this form of education unnecessary, Phld. Acad.Ind.p.79M.; ἐὰν . . χρ[ῖ] ον ἔχῃς (sc. ἔλαιον) dub. in POxy. 1665.16 (iii A. D.).

German (Pape)

[Seite 1370] ον, 1) brauchbar, nützlich, Aesch. Suppl. 191, l. d. – 2) akt., brauchend, bedürftig, c. gen., νῦν εἶ χρεῖος φίλων Eur. Herc. F. 1337; λουτροῦ Luc. am. 42; – absol., dürftig, arm, Aesch. Suppl. 199. τό, ep. = χρέος (w. m. s.), Hom. u. Hes.

Greek (Liddell-Scott)

χρεῖος: ον (χρὴ) χρήσιμος, ἀνὴρ εἰς οὐδὲν χρεῖος Ἀνώνυμ. παρ’ Εὐστ. 218. 8· ἐν Αἰσχύλου Ἱκ. 194 ἀντὶ τὰ χρεῖ’ ἔπη ὁ Bamberger διώρθωσε ζαχρεῖ’ ἔπη.
ΙΙ. ἐνεργ., ὁ ἔχων χρείαν τινός, διατελῶν ἐν ἀνάγκῃ τινός, νῦν γὰρ εἶ χρεῖος φίλων Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 1337· πάντων ... χρεῖοι αὐτόθι 51· ἀπολ., ὁ ἔχων ἀνάγκας, ἐνδεής, πτωχός, χρεῖος εἶ, ξένη φυγὰς Αἰσχύλ. Ἱκ. 202· χρεῖος ὢν οὐδὲν σθένει Εὐρ. Ἀποσπ. 143·- πλὴν τῶν παραδειγμάτων τούτων ἡ λέξις ἀπαντᾷ καὶ παρὰ μεταγεν. πεζογράφοις, π.χ., λουτροῦ χρεῖός ἐστι Λουκιαν. Ἔρωτ. 42, πρβλ. Φίλωνα 2. 98, κλπ., ἴδε Μοῖριν 415, Θωμ. Μάγ. 918.

French (Bailly abrégé)

ion. et épq. c. χρέος.

English (Autenrieth)

(χράομαι): (1) want, need, then affair, business, Od. 1.409, Od. 2.45 ; Τειρεσίᾶο κατὰ χρέος, for want of T., i. e. to consult him, Od. 11.479.—(2) what one must pay, debt, ὀφείλειν τινί, ὀφέλλεταί μοι, Il. 11.688, 686.
see χρέος.

Greek Monolingual

(I)
τὸ, Α
(επικ. τ.) βλ. χρέος.
(II)
-ον, ΜΑ, και χρῑος, -ον, Α
1. αυτός που του λείπουν πολλά πράγματα, ενδεής, φτωχός
2. αυτός που έχει την ανάγκη ενός πράγματος («λουτροῡ χρεῑός ἐστι», Λουκιαν.)
αρχ.
χρήσιμος σε κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει σχηματιστεί από το θ. του τ. χρή «πρέπει, χρειάζεται», με κατάλ. -ιος, πιθανότατα μέσω ενός τ. χρή-ϊος με βράχυνση του -η- προ φωνήεντος (πρβλ. ἱερήϊον > ἱερέϊον > ἱερεῖον). Η κύρια σημ. του επιθ. είναι «αυτός που έχει ανάγκη» και επομένως «ενδεής, φτωχός», ενώ η σημ. «χρήσιμος» είναι σπανιότερη και έχει προέλθει κατ' επίδραση της σημ. του επιθ. -χρεῖος «άχρηστος» (< χρεία)].

Greek Monotonic

χρεῖος: -ον (χρή), αυτός που έχει την ανάγκη κάποιου, με γεν., σε Ευρ.
χρεῖος: τό, Επικ. αντί χρέος.

Russian (Dvoretsky)

χρεῖος: χρέος
1) имеющий потребность, нуждающийся (τινος Eur., Luc.): πάντων χ. Eur. нуждающийся во всем, т. е. ничего не имеющий;
2) неимущий, бедный Aesch., Eur.
I τό эп.-ион. = χρέος.

Middle Liddell

χρεῖος, ον, [χρή]
needing, being in want of, c. gen., Eur.