Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χρονοτριβέω

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: χρονοτρῐβέω Medium diacritics: χρονοτριβέω Low diacritics: χρονοτριβέω Capitals: ΧΡΟΝΟΤΡΙΒΕΩ
Transliteration A: chronotribéō Transliteration B: chronotribeō Transliteration C: chronotriveo Beta Code: xronotribe/w

English (LSJ)

χρονοτριβέω or χρονοτριβῶ

   A delay, dally, stall for time, temporize, procrastinate, linger, waste time, loiter, Arist.Rh.1406a37, Leonid. ap. Plu. 2.225b, Act.Ap.20.16, Men.Prot.p.21 D.:—Med., UPZ39.29 (ii B. C.).    2 c. acc., χρονοτριβέω τὸν πόλεμον = protract the war, Plu.Cat.Mi. 53, Eun.Hist.p.242 D.

German (Pape)

[Seite 1378] die Zeit verbringen, säumen, Arist. rhet. 3, 3.

Greek (Liddell-Scott)

χρονοτρῐβέω: ὡς καὶ νῦν, τρίβω τὸν χρόνον, ἐξοδεύω τὸν καιρόν, ἀργῶ, χασομερῶ, Ἀριστοτ. Ρητ. 3. 3, 3, Λεωνίδας παρὰ Πλουτ. 2. 225Β, Πράξ. Ἀποστ. κ΄, 16· ― οὕτως ἐν τῷ μέσ. τύπῳ, Ἐπιφάν. 669Α. 2) Παρὰ Πλουτ. ἐν Κάτ. Νεωτ. 53, μετ’ αἰτ., χρ. τὸν πόλεμον, ἐπιμηκύνω, ἐξακολουθῶ ἐπὶ μακρὸν χρόνον τὸν πόλεμον.

French (Bailly abrégé)

χρονοτριβῶ:
1 intr. traîner le temps en hésitations, être lent, incertain;
2 tr. traîner en longueur, acc..
Étymologie: χρόνος, τρίβω.

English (Strong)

from a presumed compound of χρόνος and the base of τρίβος; to be a time-wearer, i.e. to procrastinate (linger): spend time.

English (Thayer)

χρονοτριβῶ: 1st aorist infinitive χρονοτριβῆσαι; (χρώς and τρίβῳ); to wear away time, spend time: Aristotle, rhet. 3,3, 3 (p. 1406a, 37); Plutarch, Heliod, Eustathius, Byzantine writings.)

Greek Monotonic

χρονοτρῐβέω: μέλ. -ήσω (τρίβω
I. σπαταλώ, χάνω, ξοδεύω χρόνο, χασομερώ, σε Αριστ., Κ.Δ.
II. με αιτ., χρονοτριβέω τὸν πόλεμον, επιμηκύνω, παρατείνω, εξακολουθώ τον πόλεμο, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

χρονοτρῐβέω:
1) терять время, мешкать, медлить Arph., Plut.;
2) задерживаться (ἐν τῇ Ἀσίᾳ NT);
3) затягивать (τὸν πόλεμον Plut.).

Middle Liddell

χρονοτρῐβέω, fut. -ήσω τρίβω
I. to waste time, loiter, Arist., NTest.
II. c. acc., χρ. τὸν πόλεμον to protract the war, Plut.

Chinese

原文音譯:cronotribšw 赫羅挪-特里卑哦
詞類次數:動詞(1)
原文字根:時間-磨損(消磨)
字義溯源:消磨時間,耽延,白費時間;由(χρόνος)*=時候)與(τρίβος)=路徑,走踏成路)組成,而 (τρίβος)出自(τρίβος)X*=磨擦)
出現次數:總共(1);徒(1)
譯字彙編
1) 耽延(1) 徒20:16