Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψάλτης

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: ψάλτης Medium diacritics: ψάλτης Low diacritics: ψάλτης Capitals: ΨΑΛΤΗΣ
Transliteration A: psáltēs Transliteration B: psaltēs Transliteration C: psaltis Beta Code: ya/lths

English (LSJ)

ου, ὁ,

   A harper, Men.495, Hippias (?) in PHib.1.13.7, 25, Macho ap.Ath.8.348f, LXX 1 Es.5.42, Plu.2.67f, 223f, cf. κιθαριστὴς ἢ ψ. SIG578.15 (Teos, ii B. C.); epith. of Apollo, AP9.525.24. [Oxyt. in Att., parox. in Hellenistic Gr., Choerob. in Theod.1.187H.]

German (Pape)

[Seite 1391] ὁ, der Spieler eines Saiteninstruments; Apollo, Hymn. (IX, 525); Plut. ad. et am. discr. 40 Pomp. 36.

Greek (Liddell-Scott)

ψάλτης: -ου, ὁ παίζων τὴν κιθάραν, Μάχων παρ’ Ἀθην. 348Ε, Πλούτ. 2. 67F, 223F, πρβλ. Meineke εἰς Μενάνδρου «Ὑποβολιμαῖον»15. 2) ὁ ἐν τῷ ναῷ ψάλλων, ἱεροψάλτης, Κανών Ἀποσπ. 26, Διαταγ. Ἀποστ. 3, 11, Παλλαδ. Λαυσ. 1241, κλπ.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
joueur d’un instrument à cordes, particul. joueur de lyre.
Étymologie: ψάλλω.

Greek Monolingual

ο, θηλ. ψάλτρια, ΝΜΑ, τ. θηλ. και ψάλτρα Ν ψάλλω
εκκλησιαστικό υπούργημα του κατώτερου κλήρου τή Ορθόδοξης Εκκλησίας, απονεμόμενο σε ειδικά καταρτισμένους για την εκτέλεση τών εκκλησιαστικών ύμνων πιστούς, ιεροψάλτης
νεοελλ.
1. ποιητής που υμνεί κάτι, βάρδος («ο Σολωμός υπήρξε ψάλτης της ελευθερίας»)
2. κοινή ονομασία τών στρουθιόμορφων πτηνών του γένους προυνέλ(λ)α
3. παροιμ. «απορία ψάλτου βηξ» — λέγεται για όσους δεν μπορούν να δώσουν απάντηση σε κάτι και χρονοτριβούν
αρχ.
1. παίκτης έγχορδου μουσικού οργάνου
2. προσωνυμία του Απόλλωνος.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ψάλτης -ου, ὁ [ψάλλω] citerspeler.

Russian (Dvoretsky)

ψάλτης: ου ὁ псалт (музыкант, играющий на струнном инструменте) Plut., Anth.