Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀπάλαιστος

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀπᾰ́λαιστος Medium diacritics: ἀπάλαιστος Low diacritics: απάλαιστος Capitals: ΑΠΑΛΑΙΣΤΟΣ
Transliteration A: apálaistos Transliteration B: apalaistos Transliteration C: apalaistos Beta Code: a)pa/laistos

English (LSJ)

[πᾰ], ον, not to be thrown in wrestling, unconquerable, Pi.N. 4.94.

Spanish (DGE)

-ον
• Prosodia: [-ᾰ-]
1 invencible en la lucha fig. ἀπάλαιστος ἐν λόγῳ ἕλκειν Pi.N.4.94.
2 poco versado en la lucha οὐκ ὢν ἀπάλαιστος ὁ δεσποσύνος AP 12.222 (Strat.).

German (Pape)

[Seite 275] im Ringen ungeübt, Strat. 64 (XII, 222). – Nicht im Ringen zu überwinden, unbezwinglich, ἐν λόγῳ ἕλκειν Pind. N. 4, 94.

Russian (Dvoretsky)

ἀπάλαιστος:
1 непобедимый Pind.;
2 не искушенный в борьбе Anth.

Greek (Liddell-Scott)

ἀπάλαιστος: -ον, ὃν δὲν δύναταί τις νὰ καταβάλῃ ἐν τῇ πάλῃ, ἀνίκητος, Πινδ. Ν. 4. 154· ἴδε τὸ ἑπόμ.

English (Slater)

ἀπᾰλαιστος unbeatable in wrestling, met. οἷον αἰνέων κε Μελησίαν ἔριδα στρέφοι, ῥήματα πλέκων, ἀπάλαιστος ἐν λόγῳ ἕλκειν not to be thrown in his speech, Bowra (N. 4.94)

Greek Monolingual

ἀπάλαιστος, -ον (Α)
όποιος δεν είναι δυνατόν νά νικηθεί στην πάλη, ο ακατανίκητος.