Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀτρίακτος

Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος → He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀτρίακτος Medium diacritics: ἀτρίακτος Low diacritics: ατρίακτος Capitals: ΑΤΡΙΑΚΤΟΣ
Transliteration A: atríaktos Transliteration B: atriaktos Transliteration C: atriaktos Beta Code: a)tri/aktos

English (LSJ)

[ῐ], ον, unconquered, A.Ch.339.

Spanish (DGE)

-ον
invencible οὐκ ἀ. ἄτα; ¿no es invencible Ate? A.Ch.339.

German (Pape)

[Seite 389] unbesiegbar, ἄτη Aesch. Ch. 335.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
invaincu, invincible.
Étymologie: , τριάζω.

Russian (Dvoretsky)

ἀτρίακτος: непобедимый (ἄτη Aesch.).

Greek (Liddell-Scott)

ἀτρίακτος: -ον, ἀνίκητος, ἀήττητος, τί δ’ ἄτερ κακῶν; οὐκ ἀτρίακτος ἄτα; Αἰσχύλ. Χο. 338· πρβλ. τριάζω, ἀποτριάζω.

Greek Monolingual

ἀτρίακτος, -ον (Α)
ακατάβλητος, ανίκητος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < α- στερ. + τριάζω «νικώ τρεις φορές σε αγώνα»].

Greek Monotonic

ἀτρίακτος: -ον (τριάζω), ανίκητος, σε Αισχύλ.

Middle Liddell

τριάζω
unconquered, Aesch.