Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀδάμας

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ἀδάμας Medium diacritics: ἀδάμας Low diacritics: αδάμας Capitals: ΑΔΑΜΑΣ
Transliteration A: adámas Transliteration B: adamas Transliteration C: adamas Beta Code: a)da/mas

English (LSJ)

αντος, ὁ, (δαμάω):—first in Hes. (in Hom. only as pr. n.), properly,

   A unconquerable:    I Subst., adamant, i. e. the hardest metal, prob. steel, χλωρός, πολιός, Hes.Sc.231, Th.161: metaph., ἀδάμαντος ἔχον κρατερόφρονα θυμόν Op. 147; of anything fixed, unalterable, ἔπος ἐρέω ἀδάμαντι πελάσσας Orac. ap. Hdt.7.141; ἀδάμαντος δῆσεν ἅλοις fixed them with nails of adamant, i. e. inevitably, Pi.P. 4.71, cf. APl.4.167 (Antip. Sid.); τὸν ἐν Ἅιδα κινήσαις ἀδάμαντα Theoc.2.34.    2 diamond, Thphr.Lap.19, Paus.8.18.6, Peripl. M.Rubr.56; prob. so meant in Pl.Ti.59b, Plt.303e, cf. Plin.HN37.55.    3 metaph., ὁ πόνος ἀδ άμαντος, of love, Alex.245.13.    II Adj., unbreakable, ἀνακτίτης Orph.L.192.

German (Pape)

[Seite 31] αντος, ὁ (eigtl. nicht zu überwältigen), das härteste Eisen, Stahl, zuerst bei Hes. Sc. 137; πολιός Th. 161; χλωρός Sc. 230, wo man an Kupfer gedacht hat; Pind. P. 4, 71. Auch verschiedene Erzmischungen, vgl. Plat. Polit. 303 d Tim. 59 b. Der Diamant erst seit Theophr., f. Pinder de adamante. Uebertr., wie im Orakel Her. 7, 141 ἔπος ἐρέω ἀδάμαντι πελάσσας, Bei T'heocr. 2, Ἅιδης, der Unerbittliche.

Greek (Liddell-Scott)

ἀδάμας: αντος, ὁ, (δαμάω) κατὰ πρῶτον παρ’ Ἡσιόδῳ (παρ’ Ὁμήρῳ μόνον ὡς κύρ. ὄνομακυρίως, ὁ ἀδάμαστος, ὁ ἀκαταπόνητος. Ι. ὡς οὐσιαστικόν, τὸ σκληρότατον τῶν μετάλλων, πιθανῶς ὁ χάλυψ, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 149· ἐντεῦθεν τὰ ἐπίθετα χλωρός, πολιός, ὁ αὐτ. Ἀσπ. 231, Θ.161: -μεταφ., ἐπὶ παντὸς πράγματος ἀμεταβλήτου διαμένοντος, ἔπος ἐρέω ἀδάμαντι πελάσσας, ἀφοῦ κατέστησα αὐτὸ στερὸν ὡς τὸν ἀδάμαντα, Χρησμ. παρ’ Ἡροδ. 7. 141· ἀδάμαντος δῆσεν ἅλοις, = ἐστερέωσε μὲ ἥλους ἐξ ἀδάμαντος, ὅ ἐ. ἀφύκτως, Πινδ. Π. 4. 125, πρβλ. Ἀνθ. Πλαν. 167. 2) σκληρόν τι μέταλλον προσομοιάζον τῷ χρυσῷ, χρυσοῦ ὄζος ... ἀδ. ἐκλήθη, Πλάτ. Τιμ. 59Β, πρβλ. Plin. 37. 15· οὕτως ἴσως ἐν Πλάτ. Πολιτ. 303Ε. 3) ὁ ἀδάμας, λίθος πολύτιμος τὸ «διαμάντι», Θεοφρ. π. Λίθ. 19. ΙΙ. ὡς ἐπιθ., ὃν δὲν δύναταί τις νὰ θραύσῃ, ἀνακτίτης, Ὀρφ. Λιθικά, 192: -μεταφ., ἀνένδοτος, ἄκαμπτος, δηλ. ὁ ἔρως, Ἄλεξ. ἐν «Φαίδρῳ» 1. 13. (ὁ Meineke ἔχει ἀδάματος): ἐπὶ τοῦ Ἅιδου, Θεόκρ. 2. 34.

French (Bailly abrégé)

αντος (ὁ) :
1 subst. acier;
2 adj. inflexible.
Étymologie: ἀ, δαμάω.

English (Slater)

ᾰδᾰμας
   1 adamant κρατεροῖς ἀδάμαντος ἅλοις (P. 4.71) ἐξ ἀδάμαντος ἢ σιδάρου κεχάλκευται μέλαιναν καρδίαν fr. 123. 4.

Greek Monotonic

ἀδάμας: -αντος, ὁ (δαμάω), κυρίως, αδάμαστος, ακαταπόνητος·
I. 1. ως ουσ., ο αδάμαντας, δηλ. το πιο σκληρό μέταλλο, πιθ. ο χάλυβας, το ατσάλι· μεταφ., λέγεται για κάτι αμετάβλητο· ἔπος ἐρέω ἀδάμαντι πελάσσας, έχοντας καταστήσει αυτό στέρεο σαν τον αδάμαντα, σε Χρησμ. παρ' Ηροδ.
2. το διαμάντι, ως πολύτιμος λίθος, σε Θεόφρ.
II. ως επίθ. μεταφ., άκαμπτος, ανένδοτος, ανυποχώρητος, αδιαπραγμάτευτος, λέγεται για τον έρωτα αλλά και για τον Άδη, σε Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

ἀδάμᾱς:
I αντος (δᾰ) adj. непреклонный, неумолимый (Ἃιδης Theocr.).
ἀδάμας: II αντος ὁ адамант, твердый металл или сплав, предполож. сталь Hes., Pind., Her., Plat., Plut.

Frisk Etymological English

-αντος
Grammatical information: m.
Meaning: a strong metal, steel (Hes.); diamond (Thphr.).
Other forms: PN Ἀδάμας Hom.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Often derived from δάμνημι as indomitable, like the PN (for the formation cf. ἀκάμας and Chantr. Form. 269). But this is semantically rather strange. Rather a loanword that was adapted through folk etymology. Troxles Sprach u. Wortschatz Hesiods 19-21. Barb Hommages M. Renard I 1969, 66-82: Semitic, Acc αδιαν adamu. Lubotsky refers to Phryg. ατεαμα stone. - On E. diamond, Fr. aimant - through Lat. adimas - see EM s.v. adamas.

Middle Liddell

δαμάζω
properly the untamed, unconquerable:
I. as Subst. adamant, i. e. the hardest metal, prob. steel: metaph. of any thing unalterable, ἔπος ἐρέω ἀδάμαντι πελάσσας having fixed it firm as adamant, Orac. ap. Hdt.
2. the diamond, Theophr.
II. as adj., metaph., the inflexible, of Hades, Theocr.

Frisk Etymology German

ἀδάμας: -αντος
{adámas}
Grammar: m.
Meaning: Bez. eines harten Metalls (Stahl; seit Hes.), Diamant (sicher bei Thphr. usw.).
Derivative: Ableitung ἀδαμάντινος (Pi., A. usw.).
Etymology : Wegen der Bedeutung fremder Herkunft (mit volksetymologischer Angleichung) verdächtig. Falls echt griechisch, eig. unbezwinglich (δάμνημι) und mit dem EN Ἀδάμας (Hom.) identisch. Zur Bildung vgl. ἀκάμας (Il. usw.) und Chantraine Formation 269, Schwyzer 526 : 3.
Page 1,19