Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀμπλακία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀμπλᾰκία Medium diacritics: ἀμπλακία Low diacritics: αμπλακία Capitals: ΑΜΠΛΑΚΙΑ
Transliteration A: amplakía Transliteration B: amplakia Transliteration C: amplakia Beta Code: a)mplaki/a

English (LSJ)

and ἀμβλ- (v. infr.), ἡ, A = ἀμπλάκημα, Thgn.204, Emp.115, Hp.Ep.22; ἀμπλακίαισι φρενῶν Pi.P.3.13; τίνος ἀμπλακίας ποινὰς ὀλέκει; A.Pr.564; ἀμπλακίαισι τῶν πάροιθεν E. Hipp.835, cf. A.R.4.1082, Rhian.1.20.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

ἀμπλακία: ἡ, = ἀμπλάκημα, Θέογν. 204, Πίνδ., Τραγ. (ἀλλὰ παρὰ Τραγ. ἀμπλάκημα εἶναι κοινότερον)· ἀμπλακίαισι φρενῶν, κατὰ πολὺ ὅμοιον τῷ Ὁμηρικῷ σφῆσιν ἀτασθαλίησιν, Πινδ. Π. 3. 24· τίνος ἀμπλακίας ποινὰς ὀλέκει; Αἰσχύλ. Πρ. 564· ἀμπλακίαισι τῶν πάροιθεν Εὐρ. Ἱππ. 832.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
égarement, faute ; délit, outrage, insulte, τινος EUR envers qqn.
Étymologie: ἀμπλακίσκω.

English (Slater)

ἀμπλᾰκία
   1 sin, fault ἀμφὶ δ' ἀνθρώπων φρασὶν ἀμπλακίαι ἀναρίθμητοι κρέμανται (O. 7.24) αἱ δύο δ' ἀμπλακίαι φερέπονοι τελέθοντι (P. 2.30) ἁ δ' ἀποφλαυρίξαισά μιν ἀμπλακίαισι φρενῶν (P. 3.13) ἆγε σὺν Τιρυνθίοισιν πρόφρονα σύμμαχον ἐς Τροίαν Λαομεδοντιᾶν ὑπὲρ ἀμπλακιᾶν (I. 6.29)

Spanish (DGE)

(ἀμπλᾰκία) -ας, ἡ

• Alolema(s): ἀμβλ- LXX 3Ma.2.19, Aret.CD 1.1.1
1 desatino, falta Thgn.386, 630, Emp.B 115, Pi.O.7.24, A.Pr.564, E.Med.116, Hipp.146, 833, Call.Del.245, A.R.4.1082, Apoll.Met.Ps.7.15, Nonn.Par.Eu.Io.9.41, Procl.H.7.37, Triph.605
culpa LXX l.c.
2 desatino, extravío ἀμπλακίαισι φρενῶν Pi.P.3.13, ἀμήχανον εἰσενόησαν ἀμπλακίην ἄμφω A.R.1.1054, ἀμπλακίῃ δ' ἐφορεύμεθα πολλὸν ὀπίσσω ἀναπλείοντες Orph.A.1040, cf. Aret.CD l.c.

Greek Monolingual

ἀμπλακία, η (Α)
το ἀμπλάκημα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμπλακεῖν (απαρ. αορ. β' του μτγν. ἀμπλακίσκω)].

Greek Monotonic

ἀμπλακία: ἡ, = ἀμπλάκημα, σε Θέονγ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἀμπλᾰκία: ион. ἀμπλᾰκίη ἡ
1) проступок, прегрешение, вина Aesch., Eur.;
2) ошибка, заблуждение Pind.