Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀποπνίγω

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀποπνῑ́γω Medium diacritics: ἀποπνίγω Low diacritics: αποπνίγω Capitals: ΑΠΟΠΝΙΓΩ
Transliteration A: apopnígō Transliteration B: apopnigō Transliteration C: apopnigo Beta Code: a)popni/gw

English (LSJ)

[ῑ],
Afut. ἀποπνίξω Pl. Com.198, Antiph.171: aor. inf. ἀποπνεῖξαι GDI2171.18 (Delph., i B. C.):—choke, throttle, Hdt.2.169,al.; τὰς ἀναπνοάς Hp.Morb.Sacr.9; τοὺς πατέρας τ' ἦγχον . . καὶ τοὺς πάππους ἀπέπνιγον Ar.V.1039; suffocate, Id.Eq.893; of plants, choke, Ev.Matt. 13.7, Ev.Luc. 8.7:—Pass., fut. ἀποπνῐγήσομαι Ar.Nu.1504; also ἀποπεπνίξομαι Eun.VSp.463 B.: aor. I ἀπεπνίχθην Aret.SA1.7: aor. 2 ἀπεπνίγην [ῐ] (v. infr.): pf. part. ἀποπεπνιγμένος Hdt.4.72:—to be choked, be suffocated, τρώγων ἐρεβίνθους ἀπεπνίγη Pherecr.159, cf.Alex. 266; to be drowned, Democr.172, D.32.6, Aesop.352.— fig. choke with laughter, ἐφ' οἷς ἔγωγ' ἀποπνίγομαι = I choke with laughter at these explanations D.19.199.
b generally, cut off, kill, λιμῷ τινα Aret.CA1.9:—Pass., πόλις ἀ. τῇ τῶν ἀναγκαίων σπάνει Procop.Arc.26.
2 metaph., choke one with vexation, ἀποπνίξεις με λαλῶν Antiph. l.c.; ἦ γάρ [με] γειτονεῦσ' ἀποπνίγεις Call.Iamb. 1.300:—Pass., to be choked with rage, ἐπί τινι, at a thing, D.19.199, cf. Alex.16.7; πρός τι Lib.Or.63.15.

Spanish (DGE)

• Prosodia: [-ῑ-]
• Morfología: [fut. ind. med. ἀποπνῐγήσομαι Ar.Nu.1504; aor. ind. pas. ἀπεπνίγη (-ῐ-) Pherecr.170, Alex.266.4, opt. ἀποπνῐγείης Ar.Eq.940; perf. inf. ἀποπεπνίξεσθαι Eun.VS 463]
I tr. en v. act.
1 estrangular, ahogar s. cont., Hippon.105.2, μιν ἀπέπνιξαν Hdt.2.169, ἵνα σ' ἀποπνίξῃ Ar.Eq.893, με Ar.V.1134, τοὺς ἄνδρας LXX To.3.8, cf. POxy.2111.36 (II d.C.)
fig. ἐν σαπρῷ γάρῳ βάπτοντες ἀποτινίξουσί με Pl.Com.215
como medio para eliminar seres débiles
mujeres y enfermos τὰς δὲ λοιπάς Hdt.3.150, cf. 159, 4.71, 160, X.HG 3.1.14, τοὺς πάππους Ar.V.1039, cf. Hierocl.Facet.13, τέκνον GDI 2171.18 (Delfos I a.C.), el león a su presa, LXX Na.2.13, cf. I.BI 1.551
para inmolar (a veces ritualmente) criados y animales, Hdt.4.60, 72, en recetas médicas καρκίνους ... ἐν οἴνῳ Hp.Nat.Mul.90, en v. pas. Hdt.4.72
de las plantas ahogar, secar a otras próximas καὶ γὰρ γειτονεῦσ' ἀποπνίγεις (με) Call.Fr.194.104, αἱ ἄκανθαι ... αὐτά Eu.Matt.13.7, Eu.Luc.8.7
matar λιμῷ τινα Aret.CA 1.9.3
abs. asfixiar, ahogar al hombre αἱ κυνάγχαι δεινόταται μέν εἰσι ... γὰρ ... ἀποπνίγουσι Hp.Prog.23, en v. pas. Hp.Acut.17.
2 no implicando la muerte quitar el aliento o resuello αἱ περίοδοι ... μακραὶ ἀποπνίγουσαι τοὺς λέγοντας Demetr.Eloc.303, fig. ἦ 'ποπνίξεις γάρ με καινὴν πρός με διάλεκτον λαλῶν Antiph.171.3.
II intr. en v. med. y aor. med. pas. ἀπεπνίγη ahogarse en el agua κίνδυνος ἀποπνιγῆναι hay peligro de ahogarse Democr.B 172, cf. D.32.6, ἄνθρωπον ἀποπεπνιγμένον ἑόρακα μικροῦ por poco tengo que ver un ahogado Men.Dysc.668, cf. Aesop.230, Arr.Epict.2.5.12, ἡ ἀγέλη ... ἀπεπνίγη de la piara endemoniada Eu.Luc.8.33
ahogarse, asfixiarse εἰ μή με βούλεσθ' ἀποπνιγέντα περιιδεῖν si no queréis verme morir asfixiado (por el olor), Ar.Pax 10, δείλαιος ἀποπνιγήσομαι por el fuego y humo, Ar.Nu.1504, ὑπ' ἀλλήλων ἀπεπνίγοντο καταπατούμενοι X.HG 4.4.11, τρώγων ἐρεβίνθους ἀπεπνίγη se ahogó tragando garbanzos Pherecr.l.c., cf. Ar.Eq.940, Alex.266.4, οὔτ' ἀμφιέννυνται πλείω ἢ δύνανται φέρειν, ἀποπνιγεῖεν γὰρ ἄν X.Cyr.8.2.21
fig. de una ciudad perecer τῇ τῶν ἀναγκαίων σπάνει Procop.Arc.26.23.
2 no implicando la muerte sofocarse, perder el resuello ἀποπνίγεσθαι ἐν τοῖς πόνοις X.Eq.Mag.8.4
fig. por el miedo o la ira, Alex.16.7, ἐφ' οἷς ἔγωγ' ἀποπνίγομαι D.19.199, τίς οὐκ ἂν ἀποπνιγείη πρὸς τὰς ὑπερβολάς; Lib.Or.63.15, ὑπὸ ... τῆς ἀλαζονείας ἀποπνιγόμενον Ast.Am.Hom.13.4.2.

German (Pape)

[Seite 320] erwürgen, ersticken, Her. 3, 150; Plat. Gorg. 471 c; neben ἄγχω, ἀπέπνιγον, Ar. Vesp. 1039, u. Folgende; fut. ἀποπνίξομαι, auch -πνίξω, Plat. com. Ath. II, 67 c; Lüc. Cont. 23; ἀποπνῖξαι, aor. inf., Ar. Vesp. 1134; Xen. Hell. 3, 1, 14. – Pass., ersticken, umkommen, ἀποπνιγήσομαι Ar. Nubb. 1487; ἀπεπνίγη Plat Gorg. 512 a; ertrinken, Dem. 32, 6 u. A. Übertr., sich ängstigen, ἐπί τινι, um Einen, Luc. Gall. 28; ähnl. Dem. 19, 199 ἐφ' οἷς ἀποπνίγομαι, vor Unwillen verstummen.

French (Bailly abrégé)

f. ἀποπνίξω ou ἀποπνίξομαι, ao. ἀπέπνιξα, pf. inus.
Pass. f.2 ἀποπνιγήσομαι, ao.2 ἀπεπνίγην, pf. ἀποπέπνιγμαι;
étouffer, suffoquer (qqn) ; Pass. être étouffé ; fig. suffoquer (de colère, etc.).
Étymologie: ἀπό, πνίγω.

Russian (Dvoretsky)

ἀποπνίγω: (fut. ἀποπνίξομαι и ἀποπνίξω) душить, удавливать (τινά Her., Arph., Xen., Plut.); pass. задыхаться, умирать от удушья Arph., Plat., задыхаться от гнева (ἐπί τινι Dem.) и захлебываться, тонуть (ῥίπτει ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλατταν (καὶ) ἀπεπνίγη Dem.).

Greek (Liddell-Scott)

ἀποπνίγω: [ῑ]: μέλλ. -πνίξομαι, ἀλλὰ -πνίξω, Πλάτ. Κωμ. ἐν Ἀδήλ. 17, Ἀντιφ. κατωτ.: -πνίγω, στραγγαλίζω, Ἡρόδ. 2. 169, κ. ἀλλ.· τοὺς πατέρας τ’ ἦγχον… καὶ τοὺς πάππους ἀπέπνιγον Ἀριστοφ. Σφ. 1039· φέρω τινὰ εἰς πνιγώδη κατάστασιν διὰ κακῆς ὀσμῆς, τὸν πνίγω μὲ κακὴν ἀποφοράν, Ἀριστοφ. Ἱππ. 893· ἐπὶ ἀκανθῶν, αἵτινες περιβάλλουσι καὶ ἀποπνίγουσιν ἄλλα φυτά, Εὐαγγ. κ. Ματθ. ιγ΄, 7, Λουκ. η΄, 7: ― Παθ., μέλλ. -πνῐγήσομαι, Ἀριστοφ. Νεφ. 1504: ἀόρ. ἀπεπνίγην [ῐ], μετοχ. πρκμ. -πεπνιγμένος: ― πνίγομαι, τρώγων ἀπεπνίγη Φερεκρ. ἐν Ἀδήλ. 2, πρβλ. Ἄλεξ. ἐν Ἀδήλ. 9˙ ὡσαύτως, πνίγομαι ἐν τῷ ὕδατι, Δημ. 883˙ ἐν τέλ.: πρβλ. ἐπαποπνίγω. 2) μεταφ., στενοχωρῶ, ἐνοχλῶ, πνίγω, ἀποπνίξεις δέ με καινὴν πρός με λαλῶν, θὰ μὲ πνίξῃς μὲ αὐτὴν τὴν νέαν γλῶσσαν ἣν λαλεῖς, Ἀντιφ. Ὀβρ. 2: ― Παθ., πνίγομαι ἐξ ὀργῆς, ἐπί τινι, διὰ πρᾶγμά τι, Δημ. 403. 17˙ ἐπὰν ἴδω... τοὺς ἰχθυοπώλας... τὰς ὀφρῦς ἔχοντας ἐπάνω τῆς κορυφῆς, ἀποπνίγομαι, «μὲ παίρνουν οἱ διαβόλοι», «σκάνω», Ἄλεξ. ἐν «Ἀπεγλαυκωμένῳ» 2. 7.

English (Strong)

from ἀπό and πνίγω; to stifle (by drowning or overgrowth): choke.

English (Thayer)

1st aorist ἀπεπνιξα; 2nd aorist passive ἀπεπνιγην; (ἀπό as in ἀποκτείνω which see (cf. to choke off)); to choke: T WH marginal reading ἔπνιξαν); Demosthenes 32,6 (i. e., p. 883,28 etc.; schol. ad Euripides, Or. 812)).

Greek Monolingual

(AM ἀποπνίγω)
πνίγω, στραγγαλίζω
αρχ.
1. ενοχλώ υπερβολικά κάποιον, τον κάνω να πνιγεί από οργή
2. κάνω κάποιον να σκάσει από τη δυσοσμία
3. (για φυτά) περιβάλλω, περισφίγγω μέχρι πνιγμού («συμφυεῖσαι αἱ ἄκανθαι ἀπέπνιξαν αὐτό», ΚΔ).

Greek Monotonic

ἀποπνίγω: [ῑ], μέλ. -πνίξομαι, αόρ. αʹ -έπνιξα· πνίγω, στραγγαλίζω, σε Ηρόδ.· ἀπέπνιγον, σε Αριστοφ.· λέγεται για φυτά που καταπνίγονται από αγκάθια, σε Καινή Διαθήκη — Παθ. μέλ. -πνιγήσομαι, αόρ. βʹ -επνίγην [ῐ]· μτχ. παρακ. -πεπνιγμένος· πνίγομαι, παθαίνω ασφυξία, πεθαίνω από πνιγμό, σε Δημ.· μεταφ., πνίγομαι από την οργή μου, στον ίδ.

Middle Liddell


to choke, throttle, Hdt.; ἀπέπνιγον Ar.; of plants, NTest.: to be choked, suffocated, drowned, Dem.: metaph. to be choked with rage, Dem.

Chinese

原文音譯:¢popn⋯gw 阿坡-普你哥
詞類次數:動詞(3)
原文字根:從-阻塞
字義溯源:悶住,塞住,擠住,切去,殺死,淹死,壓服,扼殺,使窒息,阻塞;由(ἀπό / ἀπαρτί / ἀποπέμπω)*=從,出,離)與(πνίγω)=喘息)組成;而 (πνίγω)出自(πνέω)*=呼吸)。註:在( 路8:7)的‘擠住’,和合本用 (ἀποπνίγω)而英文欽定本郤用 (ἐπιπνίγω
出現次數:總共(2);太(1);路(1)
譯字彙編
1) 淹死了(1) 路8:33;
2) 擠住(1) 太13:7

Léxico de magia

estrangular animales λαβὼν τῇ πρώτῃ ἡμέρᾳ ἀπόπνιξον ζῷα ζʹ toma el primer día siete animales y estrangúlalos P XII 30 ἀποπνίξεις ἅμα προσφέρων τῷ Ἔρωτι los estrangularás acercándolos al Eros P XII 32 P XII 33 ἐπιτίθει εἰς τὸν βωμὸν τὰ ἀποπνιγέντα σὺν ἀρώμασιν παντοίοις coloca sobre el altar los animales estrangulados junto con hierbas aromáticas de todo tipo P XII 34 τῇ δὲ δευτέρᾳ ἡμέρᾳ νοσσάκιον ἀρρενικὸν πρὸς τὸν Ἔρωτα ἀπόπνιγε al segundo día estrangula un polluelo macho para Eros P XII 35

Translations

choke

Arabic: خَنَقَ‎; Armenian: խեղդել; Azerbaijani: boğmaq; Belarusian: душыць, задушыць, прыдушыць, удушыць; Bulgarian: задушавам, задуша, удушвам, задавям, задавя; Catalan: escanyar, ofegar; Chinese Mandarin: 使窒息; Crimean Tatar: boğmaq; Czech: škrtit, dusit, udusit, zadusit; Dutch: wurgen; Esperanto: sufokigi; Finnish: kuristaa; French: étouffer, juguler; Galician: esganar, afogar; German: würgen, ersticken; Gothic: 𐌰𐍆𐍈𐌰𐍀𐌾𐌰𐌽; Greek: πνίγω; Ancient Greek: ἄγχω; Hebrew: חָנַק‎; Hungarian: megfojt; Irish: tacht, plúch; Italian: strozzare, strangolare, asfissiare; Japanese: 窒息させる; Khmer: ច្របាច់ក; Korean: 질식시키다; Kurdish Central Kurdish: خنکاندن‎; Northern Kurdish: fetisandin; Latin: suffoco, offoco, strangulo, ango; Lombard: sofegar, stofegar; Macedonian: задушува, задуши, задавува, задави, гуши, души; Maori: nanati; Middle English: stranglen, choken, acheken; Mongolian: багалзуурдах, боох; Persian: خفه کردن‎; Polabian: ai̯dovĕt; Polish: dusić, udusić; Portuguese: estrangular, esganar, asfixiar, sufocar; Russian: душить, задушить, придушить, удушить; Scottish Gaelic: tachd, mùch; Serbo-Croatian Cyrillic: угушивати, угушити, гушити, душити; Roman: ugušívati, ugúšiti, gúšiti, dúšiti; Slovak: dusiť, udusiť, zadusiť; Slovene: dušiti, zadušiti; Spanish: estrangular, asfixiar; Swedish: kväva; Thai: บีบคอ; Ukrainian: душити, задушити, удушити; Vietnamese: bóp cổ; Welsh: tagu; Yiddish: דערשטיקן‎

suffocate

Arabic: خَنَقَ‎; Azerbaijani: boğmaq; Belarusian: душыць, задушыць, прыдушыць, удушыць; Bulgarian: задушавам, задуша, удушвам; Cebuano: lumos; Chinese Mandarin: 使窒息; Czech: dusit, udusit, zadusit; Danish: kvæle; Esperanto: sufokigi; Finnish: tukehduttaa; French: étouffer; Galician: abafar, sufocar, atafegar; German: ersticken, würgen; Gothic: 𐌰𐍆𐍈𐌰𐍀𐌾𐌰𐌽; Hebrew: חנק‎; Irish: plúch; Japanese: 窒息させる; Korean: 질식시키다; Kabuverdianu: bafa; Ladino: atabafar; Latin: suffoco; Lombard: sofegar, stofegar; Macedonian: задушува, задуши, гуши, души; Polish: dusić, udusić; Portuguese: sufocar; Russian: душить, задушить, удушить; Rusyn: подусити; Serbo-Croatian Cyrillic: угушивати, угушити; Roman: ugušívati, ugúšiti; Slovak: dusiť, udusiť, zadusiť, Slovak podusiť; Slovene: dušiti, zadušiti se; Sorbian Upper Sorbian: podusyć, dodusyć, dusyć; Lower Sorbian: póddušyś, zadušyś; Swedish: kväva; Ukrainian: душити, задушити, удушити