Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀστραβής

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἀστρᾰβής Medium diacritics: ἀστραβής Low diacritics: αστραβής Capitals: ΑΣΤΡΑΒΗΣ
Transliteration A: astrabḗs Transliteration B: astrabēs Transliteration C: astravis Beta Code: a)strabh/s

English (LSJ)

ές,

   A = ἀστραφής, not twisted, straight, steadfast, Τροίας κίων (i.e. Hector) Pi.O.2.90; γένυες Hp.Art.31; τρίγωνον Pl.Ti.73b; τὸ σῶμα ποιεῖν ἀ. Arist.Pol.1336a12; βάσεις IG7.3073.104 (Lebad.); of timber, Thphr.HP3.9.2: Comp., ib.5.1.11: Sup., ib.5.3.5; rigid, stiff, ἀ. ἐντέταται Aret.SA1.6. Adv. -βῶς Ael.NA2.11.

German (Pape)

[Seite 376] (eigtl. = ἀστραφής), ές, unerschüttert, κίων Pind. Ol. 2, 90; τρίγωνον, gerade, Plat. Tim. 73 b; nicht zu biegen, καὶ ἀδιάστροφος κανών Plut. ad princ. inerud. 2. – Adv., neben ἀτρέπτως Ael. H. A. 2, 11.

Greek (Liddell-Scott)

ἀστρᾰβής: -ές, = ἀστραφής, μὴ ἐστραμμένος, μὴ στραβός, εὐθύς, ἀκλόνητος, κύων Πινδ. Ο. 2. 146· γένυες Ἱππ. π. Ἄρθρ. 798· τρίγωνον Πλάτ. Τίμ. 73Β· τὸ σῶμα ποιεῖν ἀστρ. Ἀριστ. Πολ. 7. 17, 2· ἐπὶ ξύλων, Θεοφρ. Ἱστ. Φ. 3. 9, 2· εὐθύς, ἄκαμπτος, ἀστρ. ἐντέταται Ἀρετ. π. Αἰτ. Ὀξ. Παθ. 1, 6, - Ἐπίρρ. -βῶς Αἰλ. π. Ζ. 2. 11.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
non tortu, droit, régulier.
Étymologie: ἀ, στρέφω.

English (Slater)

ἀστρᾰβής
   1 unswerving, steadfast Ἕκτορα Τροίας ἄμαχον ἀστραβῆ κίονα (O. 2.82)

Spanish (DGE)

(ἀστρᾰβής) -ές
1 no torcido, derecho, recto Ἕκτορα ..., Τροίας ἄμαχον ἀστραβῆ κίονα Pi.O.2.82, αἱ γένυες Hp.Art.31, ὁ τρίγωνος Pl.Ti.73b, σῶμα Arist.Pol.1336a12, βάσεις IG 7.3073.104 (Lebadea II a.C.), de la madera, Thphr.HP 3.9.2, 5.1.11, cf. Hsch.
rígidoἄνθρωπος Aret.SA 1.6.1
fig. fijado, establecido τὸ μέλος Aristox.Harm.53.3, Plu.2.3e, κανών Plu.2.780b.
2 adv. -ῶς sin torcerse γράφοντα ... ἀ. Ael.NA 2.11, cf. Poll.6.205.

• Etimología: Rel. στραβός, στρεβλός q.u. c. ἀ- privativa.

Greek Monolingual

ἀστραβής, -ές (Α)
1. ο ευθύς, ο ίσιος
2. ο σταθερός, ο ακλόνητος
3. ο άκαμπτος, ο ανένδοτος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά μία άποψη η λ. συνδέεται με τους τ. στραβός, στρεβλός, στρόβιλος με α- στερητικό, ενώ κατ' άλλους είναι πιθ. ως στερητικό επίθετο σε -ης είτε να προέρχεται από ένα ουδέτερο θέμα σε -ς (στράβος) είτε απευθείας από ανάλογο ρήμα].

Greek Monotonic

ἀστρᾰβής: -ές, = ἀ-στραφής, αυτός που δεν είναι στραβός, ίσιος, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ἀστρᾰβής:
1) неискривленный, прямой (τρίγωνον Plat.; σῶμα Arst.; κανών Plut.);
2) непоколебимый, незыблемый (κίων Pind.).

Frisk Etymological English

-ές
Grammatical information: adj.
Meaning: straight, steadfast, rigid (Pi.).
Derivatives: ἀστραβαλίζειν ὁμαλίζειν, εὑθύνειν H. ἀστραβιστήρ. ὄργανόν τι ὡς δίοπτρον H.
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Generally assumed to belong to στραβός squinting(?), στρεβλός twisted, crooked, etc. with α privat.

Middle Liddell

ἀστραφής
not twisted, straight, Plat.

Frisk Etymology German

ἀστραβής: -ές
{astrabḗs}
Meaning: gerade, fest (Pi., Hp., Pl., Thphr. usw.).
Derivative: Davon ἀστραβίζειν· ὁμαλίζειν, εὐθύνειν H. mit ἀστραβιστήρ. Erweiterte Form ἀστραβαλίζειν (EM), nach den Verba auf -αλίζειν (τροχαλίζειν u. a.).
Etymology : Zu στραβός (s. d.), στρεβλός, στρόβιλος usw. Das jedenfalls privative Adjektiv kann entweder von einem neutralen s-Stamm oder direkt von einem Verb ausgehen.
Page 1,172