Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐκκορέω

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: ἐκκορέω Medium diacritics: ἐκκορέω Low diacritics: εκκορέω Capitals: ΕΚΚΟΡΕΩ
Transliteration A: ekkoréō Transliteration B: ekkoreō Transliteration C: ekkoreo Beta Code: e)kkore/w

English (LSJ)

   A sweep clean, τὰς κλίνας Thphr.Char.22.12 (nisi leg. ἐκκορίσας): metaph., μὴ 'κκόρει τὴν Ἑλλάδα Ar.Pax59 ; and (with a play on κόρη) τίς ἐξεκόρησέ σε; who has robbed you of your daughter? Id.Th.760 : generally, sweep away, τὸν τῦφον, τὴν κραιπάλην, Alciphr.1.37 ; ἐκκορηθείης σύ γε clear out! pack off! Men. Georg.53 : prov., ἐκκόρει, κόρη, κορώνην maiden, drive away the crow— the opening of a wedding song—the crow being a prognostic of widowhood, Carm.Pop.25, cf. Horap.1.8.

German (Pape)

[Seite 764] ausfegen, reinigen; kom. μὴ ἐκκόρει τὴν Ἑλλάδα Ar. Pax. 59, verwüsten; mit Anspielung auf κόρη, τίς ἐξεκόρησέ σε; wer entjungferte dich? Th. 760, vgl. διακορέω, wie auch das Fragment eines Hochzeitsliedes bei Schol. Pind. P. 3, 16 ἐκκόρει κόρει κορώνην erkl. wird, vgl. Böckh's explic. zu der Stelle. Uebh. = wegschaffen, τῦφον Alciphr. 1, 37; im pass., ἀλλ' ἐκκορηθείης, packe dich fort, 3, 62; Men. bei Schol. Ar. Pax 59.

Greek (Liddell-Scott)

ἐκκορέω: μέλλ. -ήσω, σαρώνω, «σκουπίζω» καλῶς, τὴν οἰκίαν Θεοφρ. Χαρ. 22· μεταφ., μὴ ἐκκόρει τὴν Ἑλλάδα, μὴ ἐρήμου αὐτήν, Ἀριστοφ. Εἰρ. 59· καὶ μετὰ λογοπαιγνίου ἐπὶ τῆς λέξεως κόρης, τίς ἐξεκόρησέ σε; τίς σε ἐστέρησε τῆς κόρης σου; Ἀριστοφ. Θεσμ. 760: - καθόλου, ἀποβάλλω (σκουπίζω), τὸν τῦφον, τὴν κραιπάλην Ἀλκίφρων 1. 37· ἐν τῷ παθ., ἐκκορηθείης σύ γε, «φύγε γρήγορα», νὰ «ξεκκουμβισθῇς», Μένανδ. ἐν Ἀδήλ. 328: - παροιμ. κόρε, ἐκκόρει κορώνην, παιδὶ ἀποδίωκε τὴν κορώνην· - ἐν ἀρχῇ γαμηλίου ὕμνου, - τῆς κορώνης θεωρουμένης ὡς οἰωνοῦ χηρείας, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα εἶναι σκοτεινόν, πρβλ. Ἑρμάνου Πονημάτ. 2. 327 κ.ἑξ. καὶ ἐναντίον αὐτοῦ, Βοικχ. Ἑρμην. εἰς Πινδ. Π. 3. 16, Welcker Trilogie σ. 397 κ.ἑξ.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
I. nettoyer en balayant, balayer;
II. fig. 1 chasser;
2 dévaster;
III. déflorer (par jeu de mot avecκόρη).
Étymologie: ἐκ, κορέω et κόρη.

Spanish (DGE)

A tr.
I 1limpiar, barrer en uso cóm. c. el sent. ‘arruinar’ ὦ Ζεῦ ... κατάθου τὸ κόρημα· μὴ 'κκόρει τὴν Ἑλλάδα Ar.Pax 59, los desperdicios con una escoba, Poll.6.94, τὸ δωμάτιον Philox.Cyth.5, en v. pas., Zonar.p.669, EM 322.18G.
2 fig. expulsar c. ac. abstr. τὸν τῦφον ... καὶ τὴν κραιπάλην Alciphr.4.10.4, dud. ἐκκόρει κόρει κορώνας (quizá c. alusión a II), dicho después del himeneo Carm.Pop.35, «ἐκκορὶ κορὶ κορώνη» λέγουσιν ἀγνοοῦντες Horap.1.8.
II limpiar, c. el doble sent. cóm. quitar la criatura y prob. tb. desvirgar (c. alusión a κόρη) τίς ἐξεκόρησέ σε; ¿quién te ha desvirgado? Ar.Th.760, cf. ἐκκορίζω.
B intr. en v. med.-pas. irse al infierno, largarse, esfumarse ἐκκορηθείης σύ ¡vete al infierno! Men.Georg.53, ἀλλ' ἐκκορηθείης ὅτι ἄκαιρος εἶ καὶ λάλος Alciphr.3.26.1.

Greek Monotonic

ἐκκορέω: μέλ. —ήσω, σκουπίζω, σαρώνω, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἐκκορέω:
1) досл. выметать, перен. опустошать (τὴν Ἑλλάδα Arph.): ἐκκορηθείης σύ γε! Men. да убирайся же прочь!;
2) (по созвучию с κόρη) лишать дочери (τίς ἐξεκόρησέ σε; Arph.).

Middle Liddell

fut. ήσω
to sweep out, to sweep clean, Ar.