Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπάνοδος

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ἐπάνοδος Medium diacritics: ἐπάνοδος Low diacritics: επάνοδος Capitals: ΕΠΑΝΟΔΟΣ
Transliteration A: epánodos Transliteration B: epanodos Transliteration C: epanodos Beta Code: e)pa/nodos

English (LSJ)

ἡ,

   A rising up, ἐκ τοῦ καταγείου εἰς τὸν ἥλιον Pl.R. 532b, cf. 521c; of phlegm from the lungs, Hp.Acut.17.    II return, LXXSi.17.24, etc.; εἰς τὴν Ἑλλάδα Plu.Tim.38; ὡς ἐπί τινα νύσσαν Iamb.inNic.p.76P.; to one's country, ταχυτέραν ποιήσασθαι τὴν ἐ. E.Ep.2.2, cf. Hdn.8.7.7: metaph., ascent of the soul, Dam.Pr.75; simply, journey, PLips.45.17 (iv A.D.).    2 in speaking, recapitulation, Pl.Phdr.267d, Arist.Rh.1414b2.    b fuller statement of a point, Alex.Fig.2.7, Tib.Fig.45, etc.

German (Pape)

[Seite 903] ὴ, 1) der Aufgang, das Hinausgehen, ἡ ἐκ τοῦ καταγείου εἰς τὸν ἥλιον ἐπάν. Plat. Rep. VII, 532 b. – 2) der Rückweg, die Rückkehr, Plut. Timol. 38 u. a. Sp. – Plat. Phaedr. 267 d τὸ τέλος τῶν λόγων, ᾡ τινες ἐπάνοδον τίθενται ὄνομα, der Schluß, wie Rhett.; vgl. Quinct. 9, 3, 36.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπάνοδος: ἡ, πορεία πρὸς τὰ ἄνω, ἄνοδος, ἐκ τοῦ καταγείου εἰς τὸν ἥλιον Πλάτ. Πολ. 532Β, πρβλ. 521C. ΙΙ. ἐπιστροφὴ οἷον τῆς πνοῆς, Ἱππ. π. Διαίτ. Ὀξ. 386Β· ἐπιστροφὴ εἰς τὴν πατρίδα, Ἐπιστ. Εὐρ. 2. 12, Ἡρῳδιαν. 8. 7. 2) ἐν τῷ λόγῳ, ἀνακεφαλαίωσις, Πλάτ. Φαῖδρ. 267D, Ἀριστ. Ρητ. 3. 13, 3· πρβλ. Ἀλέξ. π. Σχημάτ. ἐν Ρήτ. (Walz) τ. 8, σ. 465. ζ΄, Φοιβάμ. αὐτόθι 499, 10, Τιβέρ. αὐτόθι 572, με΄, κλ.

French (Bailly abrégé)

ου (ἡ) :
1 action de s’élever, ascension;
2 retour.
Étymologie: ἐπί, ἄνοδος.

Greek Monolingual

η (AM ἐπάνοδος)
1. επιστροφή, γυρισμός («ἐπανόδου τῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα παρεσκευασμένης αὐτῷ», Πλούτ.)
2. γυρισμός στην πατρίδα
νεοελλ.
σχήμα λόγου κατά το οποίο επαναλαμβάνουμε σε ένα τμήμα λόγου (πρόταση, περίοδο κ.λπ.) τις λέξεις του προηγούμενου, αλλά με αντίστροφη τάξη
αρχ.
1. πορεία προς τα πάνω, άνοδος («εἰς τὸν ἥλιον ἐπάνοδος», Πλάτ.)
2. ανάταση της ψυχής
3. (για λόγο) ανακεφαλαίωσηπροοίμιον δὲ καὶ ἀντιπαραβολὴ καὶ ἐπάνοδος ἐν ταῑς δημηγορίαις», Αριστοτ.)
4. διεξοδικότερη πραγμάτευση ενός σημείου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + άν-οδος].

Greek Monotonic

ἐπάνοδος: ἡ,
I. πορεία προς τα πάνω, άνοδος, σε Πλάτ.
II. λέγεται στον λόγο, ανακεφαλαίωση, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἐπάνοδος: ου ἡ
1) подъем, вознесение (ἐκ τοῦ καταγείου εἰς τὸν ἥλιον Plat.);
2) возвращение (εἰς τὴν Ἑλλάδα Plut.);
3) рит. сжатое повторение изложенного, рекапитуляция Plat., Arst.

Middle Liddell

ἐπ-άνοδος, ἡ,
I. a rising up, Plat.
II. in speaking, recapitulation, Plat.