Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!


Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: ἐπίβλημα Medium diacritics: ἐπίβλημα Low diacritics: επίβλημα Capitals: ΕΠΙΒΛΗΜΑ
Transliteration A: epíblēma Transliteration B: epiblēma Transliteration C: epivlima Beta Code: e)pi/blhma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A that which is thrown over, covering, Nicostr. Com.15; coverlet, bedspread, IG12(5).593.4 (Iulis, v B.C.), Gal.14.638, Sor.1.85; head-covering, Gal.UP11.12.    2. tapestry, hangings, Plu.Cat.Ma.4, Arr.An.6.29.5.    II. that which is put on, piece of embroidery, ἐ. ποικίλον IG12.387.28, 22.1514.31; mantle, LXX Is.3.22.    2. patch, Ev.Matt.9.16, etc.    3. outer bandage, Paul. Aeg.6.92.

German (Pape)

[Seite 929] τό, das Darauf-, Darübergeworfene, -gelegte, der Deckel, Nicostr. bei Ath. III, 111 d; Oberkleid, Inscr., Galen.; Decke, τάπητα ἐπιβλημάτων Βαβυλωνίων Arr. An. 6, 29, 8; vgl. Plut. Cst. min. 4. – Die daraufgesetzten Flicken, N. T.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπίβλημα: τό, ὅ,τι βάλλεται ἐπάνω εἴς τι, κάλυμμα, Νικόστρ. ἐν «Κλίνῃ» 1.- Καθ' Ἡσύχ. «ἐπίβλημα· πῶμα». 2) ὕφασμα πρὸς διακόσμησιν, παραπέτασμα, ἐπίβλημα τῶν ποικίλων Βαβυλώνιον Πλουτ. Κάτων, Πρεσβ. 4, Ἀρρ. Ἀν. 6. 29, 8. ΙΙ. ἐπενδύτης, ἐπανωφόριον, ἐπ. ποικίλον καινὸν Συλλ. Ἐπιγρ. 155. 35. 2) ἐπίρραμμα, «ἐμβάλωμα», Εὐαγγ. κ. Ματθ. θ', 16, κτλ.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
ce qu’on met sur ; tapis.
Étymologie: ἐπιβάλλω.

English (Strong)

from ἐπιβάλλω; a patch: piece.

English (Thayer)

ἐπιβλητος, τό (ἐπιβάλλω), that which is thrown or put upon a thing, or that which is added to it; an addition; specifically, that which is sewed on to cover a rent, a patch; Vulg. assumentum (also commissura)) (equivalent to ἐπιρραμα): Sept., Plutarch, Arrian.)

Greek Monolingual

ἐπίβλημα, το (AM) επιβάλλω
κάλυμμα από ύφασμα (για τραπέζι, κλίνη, Αγία Τράπεζα)
1. κάλυμμα του κεφαλιού
2. μανδύας
3. υφαντό ή κεντητό παραπέτασμα
4. εξωτερικός επίδεσμος.

Greek Monotonic

ἐπίβλημα: -ατος, τό (ἐπιβάλλω),·
I. αυτό που απλώνεται πάνω σε κάτι, χαλί, ταπετσαρία, σε Πλούτ.
II. αυτό που φοριέται πάνω, μπάλωμα, επίραμμα, σε Καινή Διαθήκη

Russian (Dvoretsky)

ἐπίβλημα: ατος τό
1) покрывало или ковер Plut.;
2) лоскут, заплата NT.

Middle Liddell

ἐπίβλημα, ατος, τό, ἐπιβάλλω
I. that which is thrown over, tapestry, hangings, Plut.
II. that which is put on, a patch, NTest.


原文音譯:™p⋯blhma 誒披-不累馬
字義溯源:補片,片,塊,一片,一塊;源自(ἐπιβάλλω)=拋上);由(ἐπί)*=在⋯上)與(βάλλω / ἀμφιβάλλω)*=投,擲)組成
1) 塊(1) 路5:36;
2) 一塊(1) 路5:36;
3) 把一片(1) 可2:21;
4) 一片(1) 太9:16