Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κλίνη

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: κλῑνη Medium diacritics: κλίνη Low diacritics: κλίνη Capitals: ΚΛΙΝΗ
Transliteration A: klínē Transliteration B: klinē Transliteration C: klini Beta Code: kli/nh

English (LSJ)

, κλίνω)

   A that on which one lies, couch, used at meals or for a bed, ἐν κλίνῃ κλῖναί τινας Hdt.9.16, cf. Ar.Ach.1090; κλίνην στρῶσαι to make up a couch, Hdt.6.139, X. Cyr.8.2.6, IG22.1315; ἐπὶ κλίνης φερόμενος And.1.61, cf. SIG1169.31 (Epid.); ἐκ κλίνης ἀνίστασθαι, after illness, And.1.64; κ. μιλησιουργὴς ἀμφικέφαλος IG12.330; κ. ἐπίχρυσοι καὶ ἐπάργυροι Hdt.1.50, 9.80; κ. ἐλεφαντόποδες Pl.Com.208.    2 bier, Th.2.34, Pl.Lg.947b, IG 12(5).593.6 (Ceos, v B.C.).    3 grave-niche, ib.14.788 (Naples), 871 (Cumae).    II ἱερὰ κ., = Lat.lectisternium, POxy.1144.6(i/ii A.D.), cf. PGnom.202 (ii A.D.); κ. τοῦ κυρίου Σαράπιδος, of a ceremonial banquet, POxy.110.2 (ii A.D.).    2 generally, banquet, PSI5.483.2 (pl., iii B.C.).

German (Pape)

[Seite 1453] ἡ, Alles, worauf man sich lehnt, legt oder hinstreckt, Lager, Bett; ἵζω δὲ κλίνης ἐν μέσῳ κάμψας γόνυ Eur. Hec. 1150; ἀντὶ δὲ κλίνης στιβάδα σχοίνων Ar. Plut. 590; ἓξ μῆνας συνεχῶς ἐν τῇ κλίνῃ κείμενον Isocr. 19, 24, von einem Kranken, der sechs Monate das Bett hüten mußte; – Tischlager, auf welchen die Alten am Tische lagen, Her. 9, 16, Ar. Ach. 1090; κλίνην στρώννυσι, τράπεζαν κοσμεῖ Xen. Cyr. 8, 2, 6, auch sonst. – Daher ἱερὰ κλίνη, das lectisternium oder pulvinar deorum bei den Römern. – Auch = Todtenbahre; Plat. Legg. XII, 947 b; D. H. 8, 59.

Greek (Liddell-Scott)

κλίνη: ῑ, ἡ, (κλίνω) ἀνάκλιντρον, οἷα τὰ ἐν τοῖς δείπνοις ἐν χρήσει ἢ κλίνη ἐν ᾗ κοιμᾶταί τις (πρβλ. ἀμφίκολλος), ἐν κλίνῃ κλίνειν τινὰ Ἡρόδ. 9. 16, πρβλ. Ἀριστοφ. Ἀχ. 1090· κλίνην στρωννύναι Ἡρόδ. 6, 139, Ξεν. Κύρ. 8. 2, 6· ἐπὶ κλίνης φέρεσθαι Ἀνδοκ. 9. 7· ἐκ κλίνης ἀνίστασθαι, μετὰ νόσον, Ἀνδοκ. 9. 20· ― ὡσαύτως ἐν χρήσει ἐπὶ φερέτρου νεκρικοῦ, Θουκ. 2. 34, Πλάτ. Νόμ. 947Β, D· ― ἱερὰ κλίνη, τὸ lectisternium ἢ pulvinar Deorum τῶν Ρωμαίων. ― Αἱ κλῖναι συχνάκις ἐκοσμοῦντο πλουσίως διὰ χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, Ἡρόδ. 1. 50., 9. 82· δι’ ἐλεφαντίνων ποδῶν, Πλάτ. Κωμ. ἐν Ἀδήλ. 8, κτλ. ― Πρβλ. Λεξ. τῶν Ἀρχαιοτ. ἐν λέξ. lectus.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
lit, càd :
1 couche ; civière;
2 lit de table.
Étymologie: R. Κλι, v. κλίνω.

English (Strong)

from κλίνω; a couch (for sleep, sickness, sitting or eating): bed, table.

English (Thayer)

κλίνης, ἡ (κλίνω); from Herodotus down; the Sept. for מִטָּה, also for עֶרֶשׁ; a bed: universally, T WH omit); R G; βάλλειν εἰς κλίνην, to cast into a bed, i. e. to afflict with disease, Revelation 2:22.

Greek Monolingual

η (AM κλίνη) κλίνω
1. έπιπλο πάνω στο οποίο κανείς αναπαύεται και κοιμάται, κρεβάτι («ἐν κλίναις ἐλεφαντόποσιν... κατάκεινται», Πλάτ.)
2. νεκροκρέβατο, νεκρικό φέρετρο («μία δὲ κλίνη κενὴ φέρεται ἐστρωμένη τῶν ἀφανῶν», Θουκ.)
νεοελλ.
(ναυπ.) κατασκευή που χρησιμοποιείται ως βάση πάνω στην οποία ναυπηγούνται πλοία
αρχ.
1. το ανάκλιντρο που βρισκόταν δίπλα στο τραπέζι και πάνω στο οποίο ημικατακλινόμενοι έτρωγαν παίρνοντας από το τραπέζι εδέσματα («ἀνεπαύετο οὖν ἐν τῇ... κλίνῃ ἐν ἧπερ ἐδείπνει», Πλάτ.)
2. το κοίλωμα του τάφου
3. συμπόσιο.

Greek Monotonic

κλίνη: [ῑ], ἡ (κλίνω), αυτό πάνω στο οποίο ξαπλώνει κάποιος, καναπές, ανάκλιντρο ή κρεβάτι, σε Ηρόδ., Αριστοφ. κ.λπ.· νεκροκρέβατο, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

κλίνη: (ῑ) ἡ
1) ложе, кровать, постель (ἐν τῇ κλίνῃ κεῖσθαι Isocr.);
2) застольное ложе: ἐν κλίνῃ κλῖναί τινα Her. поместить кого-л. на ложе (за столом); κλίνην στρωννύναι Xen. готовить ложе;
3) ложе мертвеца (род катафалка) Thuc., Plat.;
4) носилки (παραλυτικὸς ἐπὶ κλίνης βεβλημένος NT).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κλίνη -ης, ἡ [κλίνω] divan, bed ( om op te slapen of op aan te liggen).: κλίνην στρῶσαι een bed opmaken Hdt. 6.139.3. baar:; περιίστασθαι τῇ κλίνῃ rondom de baar gaan staan Plat. Lg. 947b; draagbaar:. φερόμενος ἐπὶ κλίνης ἀπεκομίσθην οἴκαδε ik werd op een draagbaar weer naar huis gebracht And. 1.61.

Middle Liddell

κλί¯νη, ἡ, κλίνω
that on which one lies, a couch or bed, Hdt., Ar., etc.:—also, a bier, Thuc.

Chinese

原文音譯:kl⋯nh 克利尼
詞類次數:名詞(10)
原文字根:斜 相當於: (מִטָּה‎)
字義溯源:臥榻,床,小床,褥子,床,桌子;源自(κλίνω)*=傾斜)
出現次數:總共(9);太(2);可(3);路(3);啓(1)
譯字彙編
1) 床(5) 可4:21; 可7:30; 路8:16; 路17:34; 啓2:22;
2) 褥子(3) 太9:2; 太9:6; 路5:18;
3) 桌子(1) 可7:4