Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἑλιγμός

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἑλιγμός Medium diacritics: ἑλιγμός Low diacritics: ελιγμός Capitals: ΕΛΙΓΜΟΣ
Transliteration A: heligmós Transliteration B: heligmos Transliteration C: eligmos Beta Code: e(ligmo/s

English (LSJ)

Ep. εἱλ-, ὁ,

   A winding, convolution, of the Labyrinth, Hdt.2.148; πολλοὺς ἑ. ἄνω καὶ κάτω πλανᾶσθαι X.Cyr.1.3.4; of the gut, ἑ. ἔχει Arist.HA532b7; of the Fallopian tubes, ib.510b19; of the brain, Erasistr. ap. Gal.5.603; of a snake, Sch.Nic.Th.159; of dancers' feet, Orph.H.38.12: generally, rotatory motion, Plu.2.404f; ὀφθαλμῶν ἑλιγμοί rolling of eyes, Procop.Gaz.p.151 B.; ἑ. καὶ ἀναστροφαὶ ὀργάνων Max.Tyr.19.4: pl., the plies of a knot, Plu.Alex. 18; ῥευμάτων ἑλιγμοί Id.Caes.19; ὀρῶν Lib.Or.61.8.

German (Pape)

[Seite 797] ὁ, das Winden, Wirbeln, die Windung; πολλούς τινας ἑλιγμοὺς ἄνω καὶ κάτω πλανώμενοι μόλις ἀφικνεῖσθε, ὅποι ἡμεῖς πάλαι ἥκομεν, auf vielen Umwegen, Xen. Cyr. 1, 3, 4; Her. von der Windung des Labyrinths, 2, 148; Plut. Thes. 19; von der Schlange, Nic. Th. 159; von der Schnecke, Arist. H. A. 4, 2.

Greek (Liddell-Scott)

ἑλιγμός: ὁ, περιελιγμός, περιστροφή, ὡς οἱ ἑλιγμοὶ λαβυρίνθου, οἱ ἑλιγμοὶ διὰ τῶν αὐλίων... θωῦμα μυρίον παρείχοντο Ἡρόδ. 2. 148· πολλοὺς ἑλ. ἄνω καὶ κάτω πλανᾶσθαι Ξεν. Κύρ. 1. 3, 4· ἐπὶ τῶν ἐντοσθίων ἢ ἐντέρων, ἑλ. ἔχει Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 4. 7, 11, πρβλ. 3. 1, 22· ἐπὶ ὄφεως, Νικ Θηρ. 159· ἐπὶ τῶν ποδῶν ὀρχηστοῦ, Ὀρφ. Ὕμν. 37. 12· καθόλου, περιστροφικὴ κίνησις, Πλούτ. 2. 404F· κατὰ πληθ., αἱ πλοκαὶ τοῦ δεσμοῦ, κόμβου, Πλουτ. Ἀλεξ. 18· ῥευμάτων ἑλιγμοὶ ὁ αὐτ. Καῖσ. 19.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
1 tour, détour, repli, circonvolution;
2 mouvement de rotation.
Étymologie: ἑλίσσω.

Spanish (DGE)

-οῦ, ὁ

• Alolema(s): εἱλ- Hdt.2.148, Arist.HA 510b19, Ruf. en Orib.8.24.15, Orph.H.38.12; εἰλ- EM 551.19G.

• Morfología: [plu. dat. ἐλιγμοῖσι Aret.CD 1.3.9]
I concr.
1 vuelta, recodo οἱ εἱλιγμοὶ διὰ τῶν αὐλέων en un laberinto, Hdt.l.c., Plu.Thes.19, μυρμήκων ... ἀτραποὶ καὶ ἑλιγμοί Ael.NA 6.43, cf. 16.15, κέρας ... ἑλιγμοὺς ἔχον Ael.NA 16.20, τοῦ χωρίου Aret.l.c., cf. I.BI 7.282, Hld.1.6.2
fig. πολλοὺς δέ τινας ἑλιγμοὺς ἄνω καὶ κάτω πλανώμενοι X.Cyr.1.3.4
vuelta, giro de la escritura bustrófedon γέγραπται ... τὰ ἐπιγράμματα ἑλιγμοῖς συμβαλέσθαι χαλεποῖς Paus.5.17.6.
2 vuelta, repliegue ἡ ... γῆ διαπέπλεκται πολυμερῶς τοῖς ἑλιγμοῖς τῶν ῥάβδων ref. vetas metalíferas, D.S.5.37, cf. Paul.Sil.Soph.629, τῶν δεσμῶν ... δι' ἀλλήλων πολλάκις σκολιοῖς ἑλιγμοῖς ὑποφερομένων ref. al nudo gordiano, Plu.Alex.18
anat. circunvolución, pliegue de órganos internos: de la matriz en ref. a las trompas de Falopio, Arist.l.c., del intestino de algunos insectos, Arist.HA 532b7, del hombre, Mnesith.Ath.51.35, Ruf.l.c., del cerebro, Erasistr.289.14.
3 zool. anillo de la serpiente, D.P.Au.1.31, de la cola de un monstruo, Ach.Tat.3.7.6, de la serpiente Pitón, Men.Rh.441.
4 ondulación, sinuosidad del terreno παραμείψαντες δὲ τῶν ὀρῶν τοὺς ἑλιγμούς Lib.Or.61.8.
II n. de acción
1 remolino de agua, Plu.Caes.19, formado por un torbellino, Plu.2.404f.
2 giro, vuelta εἱλιγμοὶ ... ποδῶν ref. a la danza de los Curetes, Orph.l.c., cf. Plu.Num.13, ἦσαν ὀφθαλμῶν ἑλιγμοί los ojos me daban vueltas Procop.Gaz.Ecphr.72, ref. al vértigo o mareo διὰ τὸν γινόμενον εἰλιγμὸν καὶ σκότον τοῖς πίνουσι EM l.c.
rotación, movimiento circular de una máquina, Ath.Mech.24.7, Max.Tyr.13.4
fig. φροντὶς δ' ἑ. Gr.Naz.M.37.950A.
3 regate, zigzag de una liebre perseguida por un perro, Arr.Cyn.21.3.
4 retorcimiento, formación de espirales ἡ ὁδὸς ... γίνεται τῷ μακρῷ διασπασμῷ καὶ εἱλιγμῷ τῆς γαστρός de una serpiente, Sch.Nic.Th.159a.

Greek Monolingual

ο (Α ἑλιγμός)
1. στροφή, στρίψιμο
2. περιστροφική κίνηση
νεοελλ.
1. κίνηση ή μετασχηματισμός στρατεύματος για την επίτευξη τακτικού σκοπού
2. έμμεση προσέγγιση ορισμένου σκοπού με περιστροφές
αρχ.
1. συστροφή οργάνων
2. δέσιμο κόμπου.

Greek Monotonic

ἑλιγμός: ὁ (ἑλίσσω), περιτύλιγμα, κουλούριασμα, σπειροειδής κίνηση, περιστροφή, όπως αυτή του Λαβυρίνθου, σε Ηρόδ., Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ἑλιγμός:
1) поворот, изгиб, извилина (οἱ τοῦ λαβυρίνθου ἑλιγμοί Her., Plut.): τοὺς ἑλιγμοὺς πλανᾶσθαι Xen. блуждать окольными путями; ἑλιγμὸν ἔχειν Arst. быть извилистым; σκολιοὶ ἑλιγμοί (sc. τῶν δεσμῶν) Plut. запутанный (Гордиев) узел;
2) кружение, вращение: ἑ. ἐν πελάγει Plut. морской водоворот.

Middle Liddell

ἑλιγμός, ὁ, ἑλίσσω
a winding, convolution, as of the Labyrinth, Hdt., Xen.