Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἔνοικος

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: ἔνοικος Medium diacritics: ἔνοικος Low diacritics: ένοικος Capitals: ΕΝΟΙΚΟΣ
Transliteration A: énoikos Transliteration B: enoikos Transliteration C: enoikos Beta Code: e)/noikos

English (LSJ)

ον,

   A inhabitant, A.Supp.611, etc.; ἔ. θεός Hierocl.in CA 11 p.441 M.: mostly c. gen. loci, inhabitant of a place, A.Pr.415 (lyr.), S.Tr.1092, Th.4.61, etc.: c. dat., dweller in a place, Pl.Criti.113c; ἑσμὸς τεχνιτῶν ἔνοικος πόλει Limen.20.    2 Pass., dwelt in, Παλλάδος ἔνοικα μέλαθρα E.Ion235 (lyr.) (nisi leg. Παλλάδι συν-)

German (Pape)

[Seite 849] darin wohnend, Einwohner; Κολχίδος γᾶς ἔνοικοι παρθένοι Aesch. Prom. 413; im Ggstz von ἐπήλυδες Suppl. 606; ὦ πάτρας Θήβης ἔνοικοι Soph. O. R. 1524; Νεμέας ἔνοικος λέων Tr. 1092; Σπάρτης, auch Παλλάδος ἔνοικα μέλαθρα τῶν τυράννων, Eur. Andr. 447 Ion 235; in Prosa, Thuc. 4, 61 u. Folgde; Plat. Critia. 113 c.

Greek (Liddell-Scott)

ἔνοικος: -ον, οἰκῶν ἐντός, κάτοικος, Τραγ., κλ.˙ τὸ πλεῖστον μετὰ γεν. τόπου, κάτοικος τόπου τινός, Αἰσχύλ. Πρ. 415, Σοφ. Τρ. 1092, Θουκ. 4. 61, κτλ.˙ ὡσαύτως μετὰ δοτ., ὁ κάτοικος ἔν τινι τόπῳ, Πλάτ. Κριτί. 113C. 2) Παθ., ὁ ἐνοικούμενος, Παλλάδος ἔνοικα μέλαθρα Εὐρ. Ἴων 235.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui habite dans, habitant de, gén..
Étymologie: ἐν, οἶκος.

Spanish (DGE)

-ον

• Alolema(s): arcad. ἴνϝοικος IG 5(2).343.5 (Orcómeno IV a.C.)

• Morfología: [plu. masc. ac. ἰνϝοίκος IG l.c.]
I 1natural de un lugar, op. ‘de tierra extraña’ μήτ' ἐνοίκων μήτ' ἐπηλύδων τινὰ ἄγειν A.Supp.611, ἦσαν ... οἱ μὲν ἔνοικοι, τινὲς δ' ἐκ τῆς περαίας ἐπῄεσαν Str.6.2.4.
2 gener. habitante c. gen. Κολχίδος τε γᾶς ἔνοικοι παρθένοι A.Pr.415, Νεμέας ἔνοικον ... λέοντ' S.Tr.1092, Πᾶνές τε ὀρῶν ἔνοικοι Aristid.Or.43.25, cf. 44.11, 16, c. dat. τούτῳ (ὄρει) δ' ἦν ἔ. ... Εὐήνωρ de ésta (montaña) era habitante Evenor Pl.Criti.113c, ἔ. πόλει Κεκροπίᾳ Limen.20
fig. en una tumba τίνα κατέχει νέκυν ἔνοικον; IHeracl.Pont.9.8 (II/III d.C.), fil. y crist. ἐγέννησεν Μαρία σῶμα Θεὸν ἔνοικον ἔχον engendró María un cuerpo en el que habitaba Dios Ign.Ep.3.10, τὸν θεὸν τὸν ἔνοικον αὐτοῖς, τὸν λόγον Clem.Al.Paed.2.10.100, del alma como habitante del cuerpo, Eus.E.Th.1.20 (p.88), τὸν ἐν ἡμῖν ... ὀρθὸν λόγον ... ὥσπερ τινὰ ἔνοικον θεόν la recta razón que hay en nosotros ... como si fuera un dios que llevamos dentro Hierocl.in CA 11.17.
II subst. ὁ, ἡ ἔ.
1 ref. a ciu. y lugares geog. habitante τὴν Σικελίαν, ἧς γε οἱ ἔνοικοι ... ἐπιβουλευόμεθα Th.4.61, το̄̀ς δὲ προτέρος [ἰ] νϝοίκος IG l.c., cf. E.Andr.445, X.Cyr.8.6.16, LXX Ie.31.9, I.Vit.398, οἱ τῇδε ἔνοικοι Dsc.1.71.3, ὁ τελμάτων ἔ. de una rana, Babr.120.1, cf. St.Byz.s.u. Θαυμακία, φίλη Δάφνης ἔνοικος, ἱέρεια τοῦ θεοῦ una querida habitante de Dafne, sacerdotisa del dios ref. a Apolo en Licia, Lib.Or.60.12, εἰς τὰς τῶν ὀρῶν καταφεύγουσι κορυφὰς οἱ ἔνοικοι Cyr.Al.M.71.960A.
2 ref. a propiedades inmuebles residente, esp. inquilino, arrendatario ἀπογράφομαι τὸν ὑπογεγραμμένον ἔνοικο(ν) εἰς τὴν ... κατ' οἰκίαν ἀπογραφήν SB 11268.8 (II d.C.), cf. PWash.Univ.45.2 (III/IV d.C.), οἰκοδεσπότης τοὺς ἐνοίκους ἰδὼν εὐτυχοῦντας ἐκ τοῦ οἴκου αὐτοῦ ἐξεδίωξεν Hierocl.Facet.215, τῶν οἰκιῶν ... κατεσκαμμένων ἀπολώλασι καὶ οἱ ἔνοικοι Sch.D.19.160
fig. σώματος ἀνθρωπίνου ... ἔ. σπλήν Hp.Ep.23, ref. al mal Corp.Herm.7.2.
3 ref. a un taller empleado, trabajador Iust.Nou.43.1.2.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἔνοικος, -ον) οίκος
μσν.- νεοελλ.
1. αυτός που μένει σ' ένα οίκημα
2. ενοικιαστής
αρχ.
1. αυτός που κατοικεί μέσα, κάτοικος
2. αυτός που παραμένει σ' έναν τόπο
3. παθ. αυτός που κατοικείται («Παλλάδος ἔνοικα μέλαθρα», Ευρ.).

Greek Monotonic

ἔνοικος: -ον, 1. αυτός που διαμένει μέσα σε κάτι, κάτοικος, σε Τραγ., Θουκ. κ.λπ.
2. Παθ., αυτός που κατοικείται, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἔνοικος:
1) обитающий, проживающий, живущий (Κολχίδος γᾶς Aesch.; Θήβης Soph.; Νεμέας Eur.; τῷ ὄρει Plat.);
2) обитаемый, служащий жилищем (Παλλάδος ἔνοικα μέλαθρα Eur.).
II ὁ житель Thuc., Plut.

Middle Liddell

ἔν-οικος,
1. in-dwelling: an inhabitant, Trag., Thuc., etc.
2. pass. dwelt in, Eur.