Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἠλάσκω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἠλάσκω Medium diacritics: ἠλάσκω Low diacritics: ηλάσκω Capitals: ΗΛΑΣΚΩ
Transliteration A: ēláskō Transliteration B: ēlaskō Transliteration C: ilasko Beta Code: h)la/skw

English (LSJ)

Ep. form of ἀλαίνω (cf. ἠλαίνω),

   A wander, stray, roam, [ἔλαφοι] αὔτως ἠλάσκουσαι ἀνάλκιδες Il.13.104; [μυῖαι] κατὰ σταθμὸν ποιμνήϊον ἠλάσκουσιν 2.470; of persons, Emp.121.4, D.P.675.

German (Pape)

[Seite 1159] ep. = ἀλάομαι, unstät hin u. her schweifen, umherirren; von den Hirschen, Il. 13, 104; von den Fliegen, umherschwärmen, αἵ τε κατὰ σταθμὸν π οιμνήϊον ἠλάκουσιν 2, 470; Empedocl. 20 u. sp. D., wie D. Per. 675, εἰς ἑτέρην χώρην.

Greek (Liddell-Scott)

ἠλάσκω: Ἐπ. τύπος τοῦ ἀλαίνω (πρβλ. ἠλαίνω). πλανῶμαι, περιφέρομαι, ἔλαφοι αὔτως ἠλάσκουσαι ἀνάλκιδες Ἰλ. Ν. 104· μυῖαι κατὰ σταθμὸν ποιμνήϊον ἠλάσκουσιν Ἰλ. Β. 470· ἐπὶ προσώπων, Ἐμπεδ. 21, Διον. ΙΙ. 675· ἠλάσκαζες Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἀπόλλ. 142.

French (Bailly abrégé)

seul. prés.
errer çà et là, fuir.
Étymologie: ἀλάομαι.

English (Autenrieth)

(ἀλάομαι): prowl about, swarm about, Il. 12.104, Il. 2.470.

Greek Monolingual

ἠλάσκω (AM)
(επικ. τ. του ρ. αλαίνω ή αλώμαι
περιπλανώμαι, περιφέρομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. θα μπορούσε να θεωρηθεί επαναληπτικό του αλώμαι (θ. αλά- + παρέκταση -σκ-), η μακρότητα όμως του αρχικού φωνήεντος η- είναι δυσερμήνευτη. Κατά μία άποψη πρόκειται για ασυνήθιστη μεταπτωτική βαθμίδα, παρόμοια της οποίας απαντά στη λετον. (Πρβλ. aluot περιπλανώμαι», αντίστοιχο του αλώμαι και al'a «μισότρελος»). Συγγενές θεωρείται και το θ. ηλε- του ηλεός «τρελός». Από συμφυρμό, τέλος, του ηλάσκω με το αλαίνω, μεταπλασμένο τ. του αλώμαι, προήλθε το ρ. ηλαίνω «περιπλανώμαι».
ΠΑΡ. αρχ. ηλασκάζω].

Greek Monotonic

ἠλάσκω: (ἀλάομαι), περιφέρομαι, τριγυρίζω, περιπλανώμαι, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

ἠλάσκω:
1) бродить, блуждать, странствовать (ἔλαφοι ἠλάσκουσαι Hom.);
2) носиться, кружиться, летать (μυῖαι ἠλάσκουσιν Hom.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: wander, stray, roam (Β 470, Ν 104, Emp.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Through cross with ἀλαίνω arose ἠλαίνω id. (Theoc., Call.). The expressive ἠλάσκω (Schwyzer 708, Chantraine Gramm. hom. 1, 317) differs from ἀλάομαι (s. v.) through the length of the initial vowel. As this cannot be explained within Greek (vgl. Bechtel Lex.), Prellwitz Wb. assumed old ablaut - Here prob. ἠλεός (s. v.) with ἠλίθιος a. o.

Middle Liddell

ἠλάσκω, ἀλάομαι
to wander, stray, roam about, Il.

Frisk Etymology German

ἠλάσκω: {ēláskō}
Forms: Erweiterte Form ἠλασκάζω ib. (Σ 281), durchirren (mit Akk., h. Ap. 142), vermeiden (ι 457; v. l. ἠλυσκάζει, vgl. ἀλυσκάζω s. 2. ἀλέα und Trümpy Fachausdrücke 226).
Grammar: v.
Meaning: umherirren, umherschweifen (Β 470, Ν 104, Emp., D. P.).
Etymology : Durch Kreuzung mit ἀλαίνω entstand ἠλαίνω ib. (Theok., Kall.). Das expressive ἠλάσκω (Schwyzer 708, Chantraine Gramm. hom. 1, 317) unterscheidet sich von dem davon nicht zu trennenden ἀλάομαι (s. d.) durch die Länge des anlautenden Vokals. Da diese innerhalb des Griechischen keine überzeugende Erklärung gefunden hat (vgl. Bechtel Lex.), hat Prellwitz Wb. alten Ablaut angenommen unter Heranziehung von lett. âla halb verrückter Mensch (gegenüber aluôt : ἀλάομαι). — Hierher wahrscheinlich ἠλεός (s. d.) mit ἠλίθιος u. a.
Page 1,628-629