Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰσάξιος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἰσάξιος Medium diacritics: ἰσάξιος Low diacritics: ισάξιος Capitals: ΙΣΑΞΙΟΣ
Transliteration A: isáxios Transliteration B: isaxios Transliteration C: isaksios Beta Code: i)sa/cios

English (LSJ)

ον,

   A of equal worth, Porph.Abst.2.55; τῷ Διί Procl.in Cra.p.50 P.; τοῖς θεοῖς Iamb.Myst.3.21; adequate, πρός τι Dam.Pr.43, cf. 28. Adv. -ίως Iamb.Myst.9.7.

German (Pape)

[Seite 1263] gleich an Werth, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἰσάξιος: -ον, ἴσης ἀξίας, Πορφυρ. π. Ἀποπ. Ἐμψύχ. 2. 55, κλ. - Ἐπίρρ. ἰσαξίως = ἴσως ἀξίως, Ἰαμβλ. Μυστ. 282, 4.

Greek Monolingual

-ια, -ο (Α ἰσάξιος, -ον)
αυτός που έχει ίση αξία με κάποιον άλλο, εφάμιλλος, ισότιμος (α. «είναι ισάξιος του πατέρα του» β. «ἰσάξιος τῷ Διί», Πρόκλ.)
μσν.
επαρκής, ανάλογος, ικανοποιητικός.
επίρρ...
ισαξίως και ισάξια (Α ἰσαξίως)
εξίσου, με την ίδια αξία, αντάξια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο)- + -άξιος (< ἄξιος), πρβλ. αντ-άξιος, τιμ-άξιος].