Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰσάξιος

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: ἰσάξιος Medium diacritics: ἰσάξιος Low diacritics: ισάξιος Capitals: ΙΣΑΞΙΟΣ
Transliteration A: isáxios Transliteration B: isaxios Transliteration C: isaksios Beta Code: i)sa/cios

English (LSJ)

ον,

   A of equal worth, Porph.Abst.2.55; τῷ Διί Procl.in Cra.p.50 P.; τοῖς θεοῖς Iamb.Myst.3.21; adequate, πρός τι Dam.Pr.43, cf. 28. Adv. -ίως Iamb.Myst.9.7.

German (Pape)

[Seite 1263] gleich an Werth, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἰσάξιος: -ον, ἴσης ἀξίας, Πορφυρ. π. Ἀποπ. Ἐμψύχ. 2. 55, κλ. - Ἐπίρρ. ἰσαξίως = ἴσως ἀξίως, Ἰαμβλ. Μυστ. 282, 4.

Greek Monolingual

-ια, -ο (Α ἰσάξιος, -ον)
αυτός που έχει ίση αξία με κάποιον άλλο, εφάμιλλος, ισότιμος (α. «είναι ισάξιος του πατέρα του» β. «ἰσάξιος τῷ Διί», Πρόκλ.)
μσν.
επαρκής, ανάλογος, ικανοποιητικός.
επίρρ...
ισαξίως και ισάξια (Α ἰσαξίως)
εξίσου, με την ίδια αξία, αντάξια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο)- + -άξιος (< ἄξιος), πρβλ. αντ-άξιος, τιμ-άξιος].