Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὠλένη

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ὠλένη Medium diacritics: ὠλένη Low diacritics: ωλένη Capitals: ΩΛΕΝΗ
Transliteration A: ōlénē Transliteration B: ōlenē Transliteration C: oleni Beta Code: w)le/nh

English (LSJ)

ἡ, A elbow, or rather the arm from the elbow downwards (cf. ὦμος 1.1), h.Merc.388, A.Pr.60, S.Tr.926, etc.; περίβαλλ' ὠλένας Ar.Ra.1322 (lyr.): freq. in E., ὠλέναις, ἐν ὠλέναισιν φέρειν, HF 1381, Ba.1238; μεταίρειν ἐν ὠλέναις IT1158; ὠλέναις λαβεῖν Ba. 1125 codd.; ἀπ' ὠλένης βαλεῖν Ph.1375; φίλην ὀρέξετ' ὠλένην; Med.902; περὶ ὠλένας δέρᾳ βαλεῖν Ph.165 (lyr., cf. 307, 311); εἰς ὠλένας τινὸς δοῦναί τι Tr.1142; ὠλέναι ἄκραι the hands, IT283; ἴσας δέ μοι ψήφους διηρίθμησε Παλλὰς ὠλένῃ is dub. l. ib.966: in later Prose, Luc.D Deor.20.10, al. (of the wing bone of a bird, Id.Icar.3): Cleitorian (Arc.) word acc. to AB1096. 2 στεφάναι is glossed by αἱ τῶν βωμῶν ὠλέναι, Hsch. 3 mat, mattress, gloss on Lat. torus (which has these and other senses), Gloss.: cf. ὠλήν, ὠλενοστρόφος. (Lat. ulna, OHG. elina, OE. eln, el-bogi, 'ell, elbow'; Goth. aleina; also Skt. aratnís, OSlav. lakǔtǐ, Lith. uolektìs (all = elbow and ell); cf. ὠλλόν and ἄλαξ.)

Greek (Liddell-Scott)

ὠλένη: ἡ, τὸ κάτω μέρος τοῦ βραχίονος, ὁ πῆχυς, Λατ. ulna, (πρβλ. ὦμος Ι. 1), Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἑρμ. 388, Αἰσχύλ. Προμ. 60, Σοφ. Τραχ. 926, κτλ.· ― ὠλένας περιβάλλειν Ἀριστοφ. Βάτρ. 1322· συχν. παρ’ Εὐρ. ὠλέναις ἢ ἐν ὠλ. φέρειν Ἡρ. Μαιν. 1381, Βάκχ. 1238· ἐν ὠλένῃ μεταίρειν Ἰφ. ἐν Ταύρ. 1158· ὠλέναις λαβεῖν Βάκχ. 1125· ἀπ’ ὠλένης βαλεῖν Φοίν. 1375· ὠλένην ὀρέξαι Μήδ. 902· περὶ ὠλένας δέρᾳ βάλλειν Φοίν. 165, πρβλ. 307, 311· εἰς ὠλένας τινὸς δοῦναί τι Τρῳ. 1142· ὠλ. ἄκραι, αἱ χεῖρες, Ἰφ. ἐν Ταύρ. 283· ἴσας δέ μοι ψήφους διηρίθμησε Παλλὰς ὠλένῃ, μὲ τὴν χεῖρα, αὐτόθι 966· ― ὡσαύτως παρὰ μεταγεν. πεζογράφοις. ΙΙ. ὡς τὸ ἀγκαλίς, Ἀρχ. Μαθ. 88, Ἡσύχ. (Λατ. ulna, Ἀρχ. Γερμ. elin-a (cubitus)· Γότθ. alein-a, Ἀρχ. Σκανδ. öln-bogi, Ἀγγλο-Σαξον. el-bogi, κτλ.· ― πρβλ. Ὤλενος.)

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
haut du bras, coude ; d'où
1 bras;
2 main.
Étymologie: cf. lat. ulna.

Greek Monolingual

η / ὠλένη, ΝΜΑ
νεοελλ.
ανατ. το ένα από τα δύο οστά του πήχεως του χεριού
μσν.-αρχ.
ψάθα, στρώμα
αρχ.
1. (γενικά) χέρι («ἴσας δὲ μοι ψήφους διηρίθμησε Παλλὰς ὠλένῃ», Ευρ.)
2. αγκαλίδα, δεμάτι
3. (κατά τον Ησύχ.) «στεφάναι
αἱ τῶν βωμῶν ὠλέναι».
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ὠλ-έν-η ανάγεται σε παλαιό ινδοευρωπαϊκό τ. olină, ο οποίος στις διάφορες γλώσσες εμφανίζεται σε ποικίλες μορφές και ως προς τον φωνηεντισμό και ως προς το επίθημα. Στην Ελληνική ο τ. εμφανίζει μακρό αρκτικό φωνήεν ὠλ- (ενώ ίχνη βραχέος φωνήεντος παρουσιάζει ο τ. ὀλέκρανον) και έρρινο επίθημα -εν- / -ν- (πρβλ. αιολ. τ. ὠλλόν < ὠλ-ν-ός). Κοντινότεροι τ. στο ελλ. ὠλένη είναι οι: λατ. ulna, αρχ. άνω γερμ. elina, γοτθ. aleina, γαλατ. elin, λιθουαν. uolektis και αρμ. uln, ulan].

Greek Monotonic

ὠλένη: ἡ, Λατ. Ulna, αγκώνας και ορθότερα το τμήμα του βραχίονα του χεριού από τον αγκώνα και κάτω, σε Ομηρ. Ύμν., Τραγ. κ.λπ.· περὶ ὠλένας δέρᾳ βάλλειν, σε Ευρ.· ὠλέναι ἄκραι, χέρια, στον ίδ.· ψήφους διηρίθμησε ὠλένῃ, με το χέρι, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ὠλένη: ἡ досл. локтевая часть руки, перен. рука Hom., Trag., Arph.: (ἐν) ὠλέναις φέρειν Eur. носить на (в) руках; ὠλένας τρέμων ἄκρας Eur. потрясая кистями рук; ὠλένῃ διαριθμεῖν τι Eur. рукой пересчитывать что-л.

Middle Liddell

ὠλένη, ἡ,
Lat. ulna, the elbow, or rather the arm from the elbow downwards, Hhymn., Trag., etc.; περὶ ὠλένας δέρᾳ βάλλειν Eur.; ὠλ. ἄκραι the hands, Eur.; ψήφους διηρίθμησε ὠλένῃ with the hand, Eur.

Frisk Etymology German

ὠλένη: {ōlénē}
Grammar: f.
Meaning: Ellbogen, der gekrümmte Arm, Unterarm (poet. seit h. Merc. [vgl. λευκώλενος, auch Luk.), auch Schilfbündel (eig. Armvoll), Schilfmatte (Ph. Rel., Pap. u.a.), = lat. torus (Gloss.).
Composita : Wenige Kompp. : ὠλέκρανον neben ὀλέκρανον n., aus *ώλενόκρανον dissim., ‘Ellbogen(kopf)’ (Hp., Ar., Arist. u.a.; vgl. zu κρανίον) mit ὠλεκρανίζω, -ίζομαι (ὀλ-) mit dem Ellbogen stoßen (Kom. Adesp., Phryn.); ὠλενοστρόφος m. ‘Bündel-, Mattenflechter’ (Pap. IIIa); λευκώλενος mit weißen Ellbogen, weißarmig Beiw., bes. von Hera (ep. poet. seit Il.). Hypostase ἐπωλένιος auf dem Arme befindlich (h. Merc., A. R.).
Derivative: Ableitungen: ὠλένιος im Ellbogen befindlich (Arat.), -ίτης m. (χόνδρος) ib. (Lyk., Redard 105), -ίς f. ‘kleines Bündel od. kleine Matte’ (Poll.). — Daneben ὠλήν, -ένος f. ib. (Suid.; pl.Akk. ὠλένας und Gen. ὠλενων [Pap.] zweideutig); auch ὠλλόν· τὴν τοῦ βραχίονος καμπήν H. — Zu λέκρανα· τοὺς ἀγκῶνας H., Phot. mit Wegfall das Anlautvokals Strömberg Wortstud. 44 (abzulehnen Güntert Reimwortbild. 127).
Etymology : Die Formen ὠλήν, -ένος (vgl. αὐχήν, -ένος) mit dem erweiterten ὠλένη (wie ὑσμίνη) und ὠλλόν aus *ὠλνόν vertreten verschiedene Ablautvarianten eines n-Stamms, der auch in arm. uln, Gen. ulan, pl. Nom. ulunk (wäre gr. *ὠλόνες, allenfalls *ὠλῶνες wie ἀγκῶνες) vorliegt, aber im Sinn von Wirbelknochen des Rückgrats, Nacken, Genick, Hals. Semantisch besser zu ὠλένη stimmen einige Wörter des Westens : lat. ulna ‘Ellbogen (knochen), gekrümmter Arm', germ., z.B. ahd. elina Elle, beide auf idg. *olenā zurückführbar (wie auch alb. llâne Elle nach Mann Lang. 28, 37) mit anlautender Kürze wie ὀλε[νο]-κρανον, dazu kelt., z.B. kymr. elin Ellbogen aus *olīnā. Eine ähnliche Bildung zeigt arm. oɫn, Gen. oɫin, pl. oɫunk‘ Rückenwirbel, Rückgrat, Rücken, Schulter aus idg. *olen-, olon-; anders dagegen aind. aratní- m. Ellbogen (aus *oln̥-tn-? Szemerényi Sprache 12, 199), mehrdeutig aind. āṇím. der unmittelbar über dem Knie liegende Teil des Beines, Zapfen der Achse, s. Mayrhofer s.v. — Die abweichende Bed. der armen. Wörter ist vielleicht auf eine ursprünglichere Bed. Biegung oder Gelenkstelle des Körpers zurückzuführen (Lidén Armen. Stud. 127 ff.), insofern nicht eine bei Körperteilen nicht seltene Verschiebung des Inhalts und der Lokalisierung eingetreten ist, etwa ‘(gekrümmter) Arm > Schulter > Rücken’ od. dgl. (vgl. die Beispiele bei Lidén Mél. Pedersen 88 f.). — Weitere Vertreter dieser sehr weitverzweigten Wortsippe mit Lit. bei WP. 1, 156ff., Pok. 307ff. (Wz. el(ei)-, lei- biegen, sowohl formal wie begrifflich leider etwas proteusartig, außerdem mit zahlreichen Erweiterungen), auch W.-Hofmann s. ulna; ältere Lit. auch bei Bq. — Zur ganz fraglichen Zusammenstellung von λευκώλενος und aind. kalyā́ṇa- schön, lieblich (in *kali-āṇa- zerlegt; Wackernagel KZ 61, 192 als Hypothese) s. Mayrhofer I 185.
Page 2,1146-1147