ἄγρα: Difference between revisions
Οὐ γὰρ ἀργίας ὤνιον ἡ ὑγίεια καὶ ἀπραξίας, ἅ γε δὴ μέγιστα κακῶν ταῖς νόσοις πρόσεστι, καὶ οὐδὲν διαφέρει τοῦ τὰ ὄμματα τῷ μὴ διαβλέπειν καὶ τὴν φωνὴν τῷ μὴ φθέγγεσθαι φυλάττοντος ὁ τὴν ὑγίειαν ἀχρηστίᾳ καὶ ἡσυχίᾳ σῴζειν οἰόμενος → For health is not to be purchased by idleness and inactivity, which are the greatest evils attendant on sickness, and the man who thinks to conserve his health by uselessness and ease does not differ from him who guards his eyes by not seeing, and his voice by not speaking
(2) |
(1) |
||
Line 33: | Line 33: | ||
{{lsm | {{lsm | ||
|lsmtext='''ἄγρα:''' Ιων. [[ἄγρη]], <i>ἡ</i> ([[ἄγω]]),<br /><b class="num">I. 1.</b> [[κυνήγι]], [[θήραμα]]· <i>ἄγραν ἐφέπειν</i>, [[εξόρμηση]] για [[κυνήγι]], σε Ομήρ. Οδ.· ἐς ἄγρας [[ἰέναι]], σε Ευρ.· επίσης λέγεται για το [[ψάρεμα]], σε Σοφ.<br /><b class="num">2.</b> [[τρόπος]] κυνηγιού, σε Ησίοδ., Ηρόδ.<br /><b class="num">II.</b> αυτό που συλλαμβάνεται στο [[κυνήγι]], [[θήραμα]], [[λεία]], σε Ησίοδ., Τραγ.· [[κυνήγι]], σε Ηρόδ.· λέγεται για το [[ψάρεμα]], [[αλίευμα]], «[[ψαριά]]», σε Καινή Διαθήκη | |lsmtext='''ἄγρα:''' Ιων. [[ἄγρη]], <i>ἡ</i> ([[ἄγω]]),<br /><b class="num">I. 1.</b> [[κυνήγι]], [[θήραμα]]· <i>ἄγραν ἐφέπειν</i>, [[εξόρμηση]] για [[κυνήγι]], σε Ομήρ. Οδ.· ἐς ἄγρας [[ἰέναι]], σε Ευρ.· επίσης λέγεται για το [[ψάρεμα]], σε Σοφ.<br /><b class="num">2.</b> [[τρόπος]] κυνηγιού, σε Ησίοδ., Ηρόδ.<br /><b class="num">II.</b> αυτό που συλλαμβάνεται στο [[κυνήγι]], [[θήραμα]], [[λεία]], σε Ησίοδ., Τραγ.· [[κυνήγι]], σε Ηρόδ.· λέγεται για το [[ψάρεμα]], [[αλίευμα]], «[[ψαριά]]», σε Καινή Διαθήκη | ||
}} | |||
{{elru | |||
|elrutext='''ἄγρᾱ:''' эп.-ион. [[ἄγρη]] ἡ<br /><b class="num">1)</b> тж. pl. охота, ловля Hom., Soph., Eur., Plat.;<br /><b class="num">2)</b> рыбная ловля Hom., Soph.;<br /><b class="num">3)</b> способ ловли, охотничий прием (ἄγραι πολλαὶ καὶ παντοῖαι Her.);<br /><b class="num">4)</b> охотничья добыча, пойманная дичь или улов Hes., Trag., Her.: δορὸς ἄ. Aesch. военная добыча;<br /><b class="num">5)</b> дикие звери, дичь: δυσαλωτοτέραν τὴν ἄγραν ποιεῖν Plat. делать дичь недоступной, т. е. мешать охоте. | |||
}} | }} |
Revision as of 15:16, 31 December 2018
English (LSJ)
Ion. ἄγρη, ἡ,
A hunting, the chase, (never in Il.), ἄγρην ἐφέπειν Od.12.330; χαίρουσι δέ τ' ἀνέρες ἄγρῃ 22.306; ἐς ἄγρας ἰέναι E.Supp. 885; ἄ. ἀνθρώπων Pl.Lg.823e; ἁλιαδᾶν ἔχων ἀΰπνους ἄγρας S.Aj. 880 (lyr.). 2 way of catching, Pi.N.3.81, Hdt.2.70. II quarry, prey, Hes.Th.442; ἄγραν ὤλεσα A.Eu.148 (lyr.); εὔκερως ἄ. S.Aj. 64, cf. 407 (pl.); Μελέαγρε, μελέαν γάρ ποτ' ἀγρεύεις ἄ. E.Fr.517; game, Hdt.1.73, etc.; of fish, draught, take, Ev.Luc.5.9: metaph., δορὸς ἄγρα A.Th.322 (lyr.). III Ἄγρα, ἡ, title of Artemis at Athens, Pl.Phdr.229c; τὰ ἐν Ἄγρας (sc. μυστήρια) Paus. Gr.Fr.13; τὰ πρὸς Ἄγραν IG2.315; μήτηρ ἐν Ἄγρας ib.273:—also Ἄγραι, αἱ, the precinct of Artemis Agra, Paus.1.19.6, St. Byz., AB334, etc. (With ἄγρα : ἄγρια cf. θήρα : θηρία.)
German (Pape)
[Seite 22] (verw. ἀγρέω, αἱρέω), Jagd, Fang, Hom. Od. 22, 306 χαίρουσι δέ τ' ἀνέρες ἄγρῃ, von gef. Vögeln; 12, 330 ἄγρην ἐφέπεσκον, ἰχθῦς ὄρνιθάς τε, φίλας ὅ τι χεῖρας ἵκοιτο. Vgl. Pind. N. 3, 72. Auch sonst sowohl das Jagen selbst, θήρευσις καὶ ἄγρα Plat. Legg. VII, 824 a, als das Gefangene, die Beute. Bei Her. 1, 73 u. Plat. Lys. 206 a das Wild, δυσαλωτοτέραν τὴν ἄγραν ποιεῖν.
Greek (Liddell-Scott)
ἄγρα: Ἰων. ἄγρη, ἡ, (ἄγω), ἀγρεύειν, συλλαμβάνειν, θηρεύειν, τὸ κυνηγέσιον, ἡ θήρα, ἡ ἁλιεία, (οὐδαμοῦ ἐν Ἰλιάδι) ἄγραν ἐφέπειν, ἐξέρχομαι εἰς ἄγραν, ἀσχολοῦμαι εἰς κυνηγέσιον ἢ εἰς ἁλιείαν, Ὀδ. Μ. 330· χαίρουσι δέ τ’ ἀνέρες ἄγρη, Χ. 306· ἄγραις προσκεῖσθαι, Σοφ. Αἴ. 407· ἐς ἄγρας ἰέναι, Εὐρ. Ἱκ. 885, Πλάτ. Νόμ. 823Ε· ἔχων ἀΰπνους ἄγρας, ἐπὶ ἁλιέων, Σοφ. Αἴ. 880. 2) ἄγρευμα καὶ ὁ τρόπος τοῦ ἀγρεύειν, Πινδ. Ν. 3. 143, Ἡρόδ. 2. 70, 1. ΙΙ. ὅ,τι συνελήφθη ἐν τῷ κυνηγίῳ ἢ τῇ ἁλιείᾳ, τὸ θήραμα, Ἡσ. Θ. 442· ἄγραν ὤλεσα, Αἰσχύλ. Εὐμ. 148 (λυρ.)· εὔκερως ἄ., Σοφ. Αἴ. 64, πρβλ. 297· Μελέαγρε, μελέαν γάρ ποτ’ ἀγρεύεις ἄγραν, Εὐρ. Ἀποσπ. 521: «κυνῆγι», Ἡρόδ. 1. 73. 5. κτλ.· ἐπὶ ἰχθύων, ὅ,τι συνελήφθη ἐν τῷ δικτύῳ, Εὐαγγ. Λουκ. ε΄, 9: - μεταφ. δορὸς ἄγρα, Αἰσχύλ. Θ. 322 (λυρ.). ΙΙΙ. Ἄγρα, ἡ, ἐπώνυμον τῆς Ἀρτέμιδος, ὡς τὸ Ἀγροτέρα, Ἀγραία, Πλάτ. Φαῖδρ. 229C, πρβλ. Ruhnk Τίμ. 186.
French (Bailly abrégé)
ας (ἡ) :
1 chasse;
2 ce qu’on prend à la chasse, gibier, proie, butin.
Étymologie: R. Ἀγ, v. ἄγω.
English (Slater)
ἄγρα
1 quarry, prey (αἰετός) ὃς ἔλαβεν αἶψα, τηλόθε μεταμαιόμενος, δαφοινὸν ἄγραν ποσίν (N. 3.81) πολλοῖς μὲν ἐνάλου, ὀρείου δὲ πολλοῖς ἄγρας ἀκροθινίοις ?fr. 357.
English (Abbott-Smith)
- ἄγρα, -ας, ἡ (< ἄγω),
1.the chase, a hunting or catching: Lk 5:4.
2.that which is taken, a catch: of fish, Lk 5:9. †
English (Strong)
from ἄγω; (abstractly) a catching (of fish); also (concretely) a haul (of fish): draught.
English (Thayer)
(ας, ἡ (ἄγω);
1. a catching, hunting: the thing caught: ἡ ἄγρα τῶν ἰχθύων ' the catch or haul of fish' i. e. the fishes taken (A. V. draught), Luke 5:9.
Greek Monotonic
ἄγρα: Ιων. ἄγρη, ἡ (ἄγω),
I. 1. κυνήγι, θήραμα· ἄγραν ἐφέπειν, εξόρμηση για κυνήγι, σε Ομήρ. Οδ.· ἐς ἄγρας ἰέναι, σε Ευρ.· επίσης λέγεται για το ψάρεμα, σε Σοφ.
2. τρόπος κυνηγιού, σε Ησίοδ., Ηρόδ.
II. αυτό που συλλαμβάνεται στο κυνήγι, θήραμα, λεία, σε Ησίοδ., Τραγ.· κυνήγι, σε Ηρόδ.· λέγεται για το ψάρεμα, αλίευμα, «ψαριά», σε Καινή Διαθήκη
Russian (Dvoretsky)
ἄγρᾱ: эп.-ион. ἄγρη ἡ
1) тж. pl. охота, ловля Hom., Soph., Eur., Plat.;
2) рыбная ловля Hom., Soph.;
3) способ ловли, охотничий прием (ἄγραι πολλαὶ καὶ παντοῖαι Her.);
4) охотничья добыча, пойманная дичь или улов Hes., Trag., Her.: δορὸς ἄ. Aesch. военная добыча;
5) дикие звери, дичь: δυσαλωτοτέραν τὴν ἄγραν ποιεῖν Plat. делать дичь недоступной, т. е. мешать охоте.