λιμναῖος: Difference between revisions

From LSJ

Ἰσχυρὸν ὄχλος ἐστίν, οὐκ ἔχει δὲ νοῦν → Plebs nempe res est valida, sed mentis carens → Des Volkes Masse hat zwar Macht, doch fehlt Vernunft

Menander, Monostichoi, 265
m (Text replacement - "αῑο" to "αῖο")
m (Text replacement - "Ar.''Av.''" to "Ar.''Av.''")
 
(9 intermediate revisions by the same user not shown)
Line 8: Line 8:
|Transliteration C=limnaios
|Transliteration C=limnaios
|Beta Code=limnai=os
|Beta Code=limnai=os
|Definition=α, ον, (λίμνη) <span class="sense"><span class="bld">A</span> [[of the marsh]] or [[from the marsh]], [[ὄρνιθας χερσαίους καὶ λιμναίους]] = [[both land-fowl and water-fowl]], <span class="bibl">Hdt.7.119</span>, cf. <span class="bibl">Ar.<span class="title">Av.</span>272</span>; of the crocodile, ἐὸν… τετράπουν, χερσαῖον καὶ λ. ἐστι <span class="bibl">Hdt.2.68</span>; [[λιμναῖα κρηνῶν τέκνα]], of [[frog]]s, <span class="bibl">Ar.<span class="title">Ra.</span>211</span>; of the [[beaver]], <span class="bibl">Nic. <span class="title">Al.</span>307</span>; of an eel, Diph.Siph. ap. <span class="bibl">Ath.8.355d</span> (vulg. [[λιμνία]]) [[λιμναῖον φυτόν]] = [[water-plant]], Plu.2.399f. </span><span class="sense"><span class="bld">2</span> of water, [[stagnant]], Hp.Aër.7. </span><span class="sense"><span class="bld">3</span> [[of marshes]] or [[for marshes]], [[λιμναῖον πλοῖον]], [[λιμναῖον σκάφος]], <span class="bibl"><span class="title">PLond.</span>2.317.9</span> (ii A.D.), <span class="bibl">Hld.1.31</span>; λ. ἄνεμοι Hsch. </span><span class="sense"><span class="bld">II</span> ([[Λίμναι]]) [[of Limnae]] or [[from Limnae]], epith. of [[Dionysus]], from his temple there, <span class="bibl">Call.<span class="title">Fr.</span>37</span> P.: but [[Λιμναῖον]], [[τό]], a [[temple of Artemis at Limnae]], on the borders of [[Laconia]] and [[Messenia]], <span class="bibl">Str.8.4.9</span>, cf. <span class="bibl">Paus.3.2.6</span>: hence she was called [[Λιμνᾶτις]] v. [[λιμνήτης]]; also [[Λιμναία]], epith. of Artemis at [[Sicyon]] and elsewhere, <span class="bibl">Id.2.7.6</span>, etc.</span>
|Definition=α, ον, ([[λίμνη]])<br><span class="bld">A</span> [[of the marsh]] or [[from the marsh]], [[ὄρνιθας χερσαίους καὶ λιμναίους]] = [[both land-fowl and water-fowl]], [[Herodotus|Hdt.]]7.119, cf. [[Aristophanes|Ar.]]''[[The Birds|Av.]]''272; of the crocodile, ἐὸν… τετράπουν, χερσαῖον καὶ λ. ἐστι [[Herodotus|Hdt.]]2.68; [[λιμναῖα κρηνῶν τέκνα]], of [[frog]]s, Ar.''Ra.''211; of the [[beaver]], Nic. ''Al.''307; of an eel, Diph.Siph. ap. Ath.8.355d (vulg. [[λιμνία]]) [[λιμναῖον φυτόν]] = [[water-plant]], Plu.2.399f.<br><span class="bld">2</span> of water, [[stagnant]], Hp.Aër.7.<br><span class="bld">3</span> [[of marshes]] or [[for marshes]], [[λιμναῖον πλοῖον]], [[λιμναῖον σκάφος]], ''PLond.''2.317.9 (ii A.D.), Hld.1.31; λ. ἄνεμοι [[Hesychius Lexicographus|Hsch.]]<br><span class="bld">II</span> ([[Λίμναι]]) [[of Limnae]] or [[from Limnae]], [[epithet]] of [[Dionysus]], from his temple there, Call.''Fr.''37 P.: but [[Λιμναῖον]], τό, a [[temple of Artemis at Limnae]], on the borders of [[Laconia]] and [[Messenia]], Str.8.4.9, cf. Paus.3.2.6: hence she was called [[Λιμνᾶτις]] v. [[λιμνήτης]]; also [[Λιμναία]], [[epithet]] of [[Artemis]] at [[Sicyon]] and elsewhere, Id.2.7.6, etc.
}}
}}
{{pape
{{pape
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-02-0048.png Seite 48]] im See, Sumpf lebend, wachsend; ὄρνιθες λιμναῖοι, Wasservögel, im Ggstz der χερσαῖοι, Her. 7, 119; bei Ar. Ran. 211 heißen die Frösche λιμναῖα κρηνῶν τέκνα; [[κάστωρ]], Nic. Al. 307, [[φρύνη]], 589. Auch [[φυτόν]], Sumpfpflanze, Plut. de Pvth. or. 12.
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-02-0048.png Seite 48]] im See, Sumpf lebend, wachsend; ὄρνιθες λιμναῖοι, Wasservögel, im <span class="ggns">Gegensatz</span> der χερσαῖοι, Her. 7, 119; bei Ar. Ran. 211 heißen die Frösche λιμναῖα κρηνῶν τέκνα; [[κάστωρ]], Nic. Al. 307, [[φρύνη]], 589. Auch [[φυτόν]], Sumpfpflanze, Plut. de Pvth. or. 12.
}}
{{bailly
|btext=α, ον :<br />qui vit dans les étangs <i>ou</i> les marais.<br />'''Étymologie:''' [[λίμνη]].
}}
{{elru
|elrutext='''λιμναῖος:''' [[болотный]] (ὄρνιθες Her.; φυτον Plut.).
}}
}}
{{ls
{{ls
|lstext='''λιμναῖος''': -α, -ον, ([[λίμνη]]) ἀνήκων εἰς λίμνην ἢ ἐκ λίμνης, ὄρνιθας χερσαίους τε καὶ λ. Ἡρόδ. 7. 119, πρβλ. Ἀριστοφ. Ὄρν. 272· ἐπὶ τοῦ κροκοδείλου, ἐόν... τετράπουν, χερσαῖον καὶ λ. ἐστι Ἡρόδ. 2. 68· λ. κρηνῶν τέκνα, ἐπὶ τῶν βατράχων, Ἀριστοφ. Βάτρ. 211· ἐπὶ τοῦ κάστορος, Νικ. Ἀλ. 307· ἐπὶ τοῦ ἐγχέλεως, Δίφ. Σίφν. παρ’ Ἀθην. 355D (κοινῶς: λίμνια)· οὕτω. λ. [[φυτόν]], ἔνυδρον [[φυτόν]], Πλούτ. 2. 399F. 2) ἐπὶ ὕδατος, στάσιμον, λιμνάζον, Ἱππ. π. Ἀέρ. 283. 3) ἀνήκων ἢ ἁρμόζων εἰς λίμνην, λ. [[σκάφος]] Ἡλιόδ. 1. 31· λιμναῖοι ἄνεμοι, οἱ ἀπὸ τῶν λιμνῶν πνέοντες, Ἡσύχ. ΙΙ. (Λίμναι) ἐκ τῶν Λιμνῶν, ἐπίθ. τοῦ Βάκχου ἐκ τοῦ [[ἐκεῖ]] ναοῦ [[αὐτοῦ]], Καλλ. Ἀποσπ. 280· - ἀλλὰ Λιμναῖον, τό, ναὸς τῆς Ἀρτέμιδος ἐν Λίμναις, κατὰ τὰ μεθόρια Λακωνικῆς καὶ Μεσσηνίας, Στράβ. 362, 364, πρβλ. 3. 2, 6· ἐξ οὗ ἐκαλεῖτο Λιμνᾶτις, ὁ αὐτ. 4. 4, 2., 4. 31, 3, κτλ.· ὑπῆρχεν [[ὡσαύτως]] Ἄρτεμις Λιμναία ἐν Σικυῶνι, ὁ αὐτ. 2. 7, 6· καὶ ἀλλαχοῦ.
|lstext='''λιμναῖος''': -α, -ον, ([[λίμνη]]) ἀνήκων εἰς λίμνην ἢ ἐκ λίμνης, ὄρνιθας χερσαίους τε καὶ λ. Ἡρόδ. 7. 119, πρβλ. Ἀριστοφ. Ὄρν. 272· ἐπὶ τοῦ κροκοδείλου, ἐόν... τετράπουν, χερσαῖον καὶ λ. ἐστι Ἡρόδ. 2. 68· λ. κρηνῶν τέκνα, ἐπὶ τῶν βατράχων, Ἀριστοφ. Βάτρ. 211· ἐπὶ τοῦ κάστορος, Νικ. Ἀλ. 307· ἐπὶ τοῦ ἐγχέλεως, Δίφ. Σίφν. παρ’ Ἀθην. 355D (κοινῶς: λίμνια)· οὕτω. λ. [[φυτόν]], ἔνυδρον [[φυτόν]], Πλούτ. 2. 399F. 2) ἐπὶ ὕδατος, στάσιμον, λιμνάζον, Ἱππ. π. Ἀέρ. 283. 3) ἀνήκων ἢ ἁρμόζων εἰς λίμνην, λ. [[σκάφος]] Ἡλιόδ. 1. 31· λιμναῖοι ἄνεμοι, οἱ ἀπὸ τῶν λιμνῶν πνέοντες, Ἡσύχ. ΙΙ. (Λίμναι) ἐκ τῶν Λιμνῶν, ἐπίθ. τοῦ Βάκχου ἐκ τοῦ [[ἐκεῖ]] ναοῦ [[αὐτοῦ]], Καλλ. Ἀποσπ. 280· - ἀλλὰ Λιμναῖον, τό, ναὸς τῆς Ἀρτέμιδος ἐν Λίμναις, κατὰ τὰ μεθόρια Λακωνικῆς καὶ Μεσσηνίας, Στράβ. 362, 364, πρβλ. 3. 2, 6· ἐξ οὗ ἐκαλεῖτο Λιμνᾶτις, ὁ αὐτ. 4. 4, 2., 4. 31, 3, κτλ.· ὑπῆρχεν [[ὡσαύτως]] Ἄρτεμις Λιμναία ἐν Σικυῶνι, ὁ αὐτ. 2. 7, 6· καὶ ἀλλαχοῦ.
}}
{{bailly
|btext=α, ον :<br />qui vit dans les étangs <i>ou</i> les marais.<br />'''Étymologie:''' [[λίμνη]].
}}
}}
{{grml
{{grml
|mltxt=-α, -ο (Α λιμναῖος, -αία, -ον, ποιητ. θηλ. [[λιμνάς]], -[[άδος]]) [[λίμνη]]<br /><b>1.</b> αυτός που ανήκει, αναφέρεται, υπάρχει ή ζει σε [[λίμνη]] (α. «[[λιμναία]] φυτά» β. «[[λιμναίος]] [[πολιτισμός]]» γ. «ὄρνιθας χερσαίους καὶ λιμναίους»<br /><b>Ηρόδ.</b>)<br /><b>2.</b> (για [[νερό]]) αυτό που λιμνάζει, [[στάσιμο]]<br /><b>3.</b> (για [[σκάφος]]) προορισμένο για [[λίμνη]] («οὐ γὰρ πλείονας οἷά τε φέρειν τὰ λιμναῑα [[σκάφη]]», Ηλιόδ.)<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην [[τοποθεσία]] τών Αθηνών Λίμνες, [[κοντά]] στην Ακρόπολη, ή προέρχεται από αυτήν<br /><b>2.</b> (<b>το αρσ. ως κύριο όν.</b>) <i>ὁ Λιμναῖος</i><br />[[προσωνυμία]] του Διονύσου, από τον ναό του που βρισκόταν στην [[περιοχή]] Λίμνες<br /><b>3.</b> (<b>το θηλ. ως κύριο όν.</b>) <i>ἡ Λιμναία</i><br />[[προσωνυμία]] της Αρτέμιδος και της Δήμητρος<br /><b>4.</b> (το ουδ. ως κύριο όν.) <i>τὸ Λιμναῖον</i><br /><i>ο</i> [[ναός]] της Αρτέμιδος που βρισκόταν στα [[σύνορα]] της Λακωνικής και της Μεσσηνίας<br /><b>5.</b> <b>φρ.</b> «λιμναῑα κρηνών [[τέκνα]]» — οι βάτραχοι.
|mltxt=-α, -ο (Α λιμναῖος, -αία, -ον, ποιητ. θηλ. [[λιμνάς]], -[[άδος]]) [[λίμνη]]<br /><b>1.</b> αυτός που ανήκει, αναφέρεται, υπάρχει ή ζει σε [[λίμνη]] (α. «[[λιμναία]] φυτά» β. «[[λιμναίος]] [[πολιτισμός]]» γ. «ὄρνιθας χερσαίους καὶ λιμναίους»<br /><b>Ηρόδ.</b>)<br /><b>2.</b> (για [[νερό]]) αυτό που λιμνάζει, [[στάσιμο]]<br /><b>3.</b> (για [[σκάφος]]) προορισμένο για [[λίμνη]] («οὐ γὰρ πλείονας οἷά τε φέρειν τὰ λιμναῖα [[σκάφη]]», Ηλιόδ.)<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην [[τοποθεσία]] τών Αθηνών Λίμνες, [[κοντά]] στην Ακρόπολη, ή προέρχεται από αυτήν<br /><b>2.</b> (<b>το αρσ. ως κύριο όν.</b>) <i>ὁ Λιμναῖος</i><br />[[προσωνυμία]] του Διονύσου, από τον ναό του που βρισκόταν στην [[περιοχή]] Λίμνες<br /><b>3.</b> (<b>το θηλ. ως κύριο όν.</b>) <i>ἡ Λιμναία</i><br />[[προσωνυμία]] της Αρτέμιδος και της Δήμητρος<br /><b>4.</b> (το ουδ. ως κύριο όν.) <i>τὸ Λιμναῖον</i><br /><i>ο</i> [[ναός]] της Αρτέμιδος που βρισκόταν στα [[σύνορα]] της Λακωνικής και της Μεσσηνίας<br /><b>5.</b> <b>φρ.</b> «λιμναῖα κρηνών [[τέκνα]]» — οι βάτραχοι.
}}
}}
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''λιμναῖος:''' -α, -ον ([[λίμνη]]), αυτός που ανήκει ή προέρχεται από [[λίμνη]] ή [[έλος]], <i>ὄρνιθας χερσαίους τε καὶ λιμναίους</i>, πουλιά που ζουν μαζί στο [[νερό]] και στην [[ξηρά]], σε Ηρόδ., Αριστοφ.
|lsmtext='''λιμναῖος:''' -α, -ον ([[λίμνη]]), αυτός που ανήκει ή προέρχεται από [[λίμνη]] ή [[έλος]], <i>ὄρνιθας χερσαίους τε καὶ λιμναίους</i>, πουλιά που ζουν μαζί στο [[νερό]] και στην [[ξηρά]], σε Ηρόδ., Αριστοφ.
}}
{{elru
|elrutext='''λιμναῖος:''' болотный (ὄρνιθες Her.; φυτον Plut.).
}}
}}
{{mdlsj
{{mdlsj

Latest revision as of 06:55, 21 September 2023

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: λιμναῖος Medium diacritics: λιμναῖος Low diacritics: λιμναίος Capitals: ΛΙΜΝΑΙΟΣ
Transliteration A: limnaîos Transliteration B: limnaios Transliteration C: limnaios Beta Code: limnai=os

English (LSJ)

α, ον, (λίμνη)
A of the marsh or from the marsh, ὄρνιθας χερσαίους καὶ λιμναίους = both land-fowl and water-fowl, Hdt.7.119, cf. Ar.Av.272; of the crocodile, ἐὸν… τετράπουν, χερσαῖον καὶ λ. ἐστι Hdt.2.68; λιμναῖα κρηνῶν τέκνα, of frogs, Ar.Ra.211; of the beaver, Nic. Al.307; of an eel, Diph.Siph. ap. Ath.8.355d (vulg. λιμνία) λιμναῖον φυτόν = water-plant, Plu.2.399f.
2 of water, stagnant, Hp.Aër.7.
3 of marshes or for marshes, λιμναῖον πλοῖον, λιμναῖον σκάφος, PLond.2.317.9 (ii A.D.), Hld.1.31; λ. ἄνεμοι Hsch.
II (Λίμναι) of Limnae or from Limnae, epithet of Dionysus, from his temple there, Call.Fr.37 P.: but Λιμναῖον, τό, a temple of Artemis at Limnae, on the borders of Laconia and Messenia, Str.8.4.9, cf. Paus.3.2.6: hence she was called Λιμνᾶτις v. λιμνήτης; also Λιμναία, epithet of Artemis at Sicyon and elsewhere, Id.2.7.6, etc.

German (Pape)

[Seite 48] im See, Sumpf lebend, wachsend; ὄρνιθες λιμναῖοι, Wasservögel, im Gegensatz der χερσαῖοι, Her. 7, 119; bei Ar. Ran. 211 heißen die Frösche λιμναῖα κρηνῶν τέκνα; κάστωρ, Nic. Al. 307, φρύνη, 589. Auch φυτόν, Sumpfpflanze, Plut. de Pvth. or. 12.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
qui vit dans les étangs ou les marais.
Étymologie: λίμνη.

Russian (Dvoretsky)

λιμναῖος: болотный (ὄρνιθες Her.; φυτον Plut.).

Greek (Liddell-Scott)

λιμναῖος: -α, -ον, (λίμνη) ἀνήκων εἰς λίμνην ἢ ἐκ λίμνης, ὄρνιθας χερσαίους τε καὶ λ. Ἡρόδ. 7. 119, πρβλ. Ἀριστοφ. Ὄρν. 272· ἐπὶ τοῦ κροκοδείλου, ἐόν... τετράπουν, χερσαῖον καὶ λ. ἐστι Ἡρόδ. 2. 68· λ. κρηνῶν τέκνα, ἐπὶ τῶν βατράχων, Ἀριστοφ. Βάτρ. 211· ἐπὶ τοῦ κάστορος, Νικ. Ἀλ. 307· ἐπὶ τοῦ ἐγχέλεως, Δίφ. Σίφν. παρ’ Ἀθην. 355D (κοινῶς: λίμνια)· οὕτω. λ. φυτόν, ἔνυδρον φυτόν, Πλούτ. 2. 399F. 2) ἐπὶ ὕδατος, στάσιμον, λιμνάζον, Ἱππ. π. Ἀέρ. 283. 3) ἀνήκων ἢ ἁρμόζων εἰς λίμνην, λ. σκάφος Ἡλιόδ. 1. 31· λιμναῖοι ἄνεμοι, οἱ ἀπὸ τῶν λιμνῶν πνέοντες, Ἡσύχ. ΙΙ. (Λίμναι) ἐκ τῶν Λιμνῶν, ἐπίθ. τοῦ Βάκχου ἐκ τοῦ ἐκεῖ ναοῦ αὐτοῦ, Καλλ. Ἀποσπ. 280· - ἀλλὰ Λιμναῖον, τό, ναὸς τῆς Ἀρτέμιδος ἐν Λίμναις, κατὰ τὰ μεθόρια Λακωνικῆς καὶ Μεσσηνίας, Στράβ. 362, 364, πρβλ. 3. 2, 6· ἐξ οὗ ἐκαλεῖτο Λιμνᾶτις, ὁ αὐτ. 4. 4, 2., 4. 31, 3, κτλ.· ὑπῆρχεν ὡσαύτως Ἄρτεμις Λιμναία ἐν Σικυῶνι, ὁ αὐτ. 2. 7, 6· καὶ ἀλλαχοῦ.

Greek Monolingual

-α, -ο (Α λιμναῖος, -αία, -ον, ποιητ. θηλ. λιμνάς, -άδος) λίμνη
1. αυτός που ανήκει, αναφέρεται, υπάρχει ή ζει σε λίμνη (α. «λιμναία φυτά» β. «λιμναίος πολιτισμός» γ. «ὄρνιθας χερσαίους καὶ λιμναίους»
Ηρόδ.)
2. (για νερό) αυτό που λιμνάζει, στάσιμο
3. (για σκάφος) προορισμένο για λίμνη («οὐ γὰρ πλείονας οἷά τε φέρειν τὰ λιμναῖα σκάφη», Ηλιόδ.)
αρχ.
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην τοποθεσία τών Αθηνών Λίμνες, κοντά στην Ακρόπολη, ή προέρχεται από αυτήν
2. (το αρσ. ως κύριο όν.) ὁ Λιμναῖος
προσωνυμία του Διονύσου, από τον ναό του που βρισκόταν στην περιοχή Λίμνες
3. (το θηλ. ως κύριο όν.) ἡ Λιμναία
προσωνυμία της Αρτέμιδος και της Δήμητρος
4. (το ουδ. ως κύριο όν.) τὸ Λιμναῖον
ο ναός της Αρτέμιδος που βρισκόταν στα σύνορα της Λακωνικής και της Μεσσηνίας
5. φρ. «λιμναῖα κρηνών τέκνα» — οι βάτραχοι.

Greek Monotonic

λιμναῖος: -α, -ον (λίμνη), αυτός που ανήκει ή προέρχεται από λίμνη ή έλος, ὄρνιθας χερσαίους τε καὶ λιμναίους, πουλιά που ζουν μαζί στο νερό και στην ξηρά, σε Ηρόδ., Αριστοφ.

Middle Liddell

λιμναῖος, η, ον λίμνη
of or from the marsh or mere, ὄρνιθας χερσαίους τε καὶ λ. both land-fowl and water fowl, Hdt., Ar.

English (Woodhouse)

of a lake, of a marsh, of the fen

⇢ Look up on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)